Η Λευκάδα του Γιάννη Πάσχου

Ο Γιάννης Πάσχος, καθηγητής πανεπιστημίου και συγγραφέας, γράφει για τη δική του Λευκάδα

Η Λευκάδα µου είναι χρώµα, είναι έναστρος ουρανός, αυτός που αντίκρισα την πρώτη φορά, σλίπιγκ µπανγκ στους Μύλους, η θάλασσα στα πόδια µου, σιγά µη µε ένοιαζε η υγρασία της νύχτας, της φωτεινής νύχτας. Έτσι παραµένει, ακόµη φωτεινή, γεµάτη προσδοκία, και η θάλασσα, κι αυτή φωτεινή, µαγική, έτσι παραµένει, ακόµη ανέγγιχτη. Δύο η ώρα το πρωί βουτούσαµε γυµνοί, σπινθήριζαν τα νερά κι αν κοιτούσες ψηλά προς τον Προφήτη Ηλία, το εκκλησάκι υπερίπτατο, κεράκι αναµµένο πάνω στο οροπέδιο της Εγκλουβής, στην έρηµο των ραντάρ, άγριος τόπος, παρακάτω πεύκα, σµυρτιές, δάφνες, κυπαρίσσια και παντού να µυρίζει θυµάρι, στη Λυγιά οι φίλοι µου τραγουδούν στην ταβέρνα του Ξούρα.

 Στην παραλία του Άι-Γιάννη έριξα άγκυρα, Καραϊβική λέει η Έλενα, σκηνή στα αρµυρίκια, ποτέ δεν έµεινα σε δωµάτιο, µετά στο τροχόσπιτο, πάντα στην παραλία του Άι-Γιάννη, σερφ, ψαροντούφεκο, βαρκάδες, ένα φουσκωτό βαρκάκι που βούλιαξε πάνω από τρεις φορές, κι εµείς µαζί του, το απέραντο σε σώζει πάντα πριν το δειλινό. Αυτή είναι η ώρα του Λευκάδιου Χερν, έρχεται από τον δρόµο που χαράζει ο ήλιος του δειλινού στη θάλασσα, κάθε καλοκαίρι παρών, γεµίζουν τα σοκάκια µε Γιαπωνέζους χορευτές και οριγκάµι, χάρτινες βαρκούλες, χάρτινα βατράχια και χάρτινα πουλιά, αυτός πάντα µελαγχολικός, λιγοµίλητος. Συνοµιλητές του, ο Σικελιανός και ο Βαλαωρίτης, λίγο πριν την αυγή οι τρεις τους βόλτες στα αµπέλια, στις ελιές του κάµπου, µπάνιο στη Μαδουρή, δεν ξέρω ποιος ξεναγεί ποιον. Τους έχω δει στο βιβλιοπωλείο της Ειρήνης και του Οδυσσέα στον κεντρικό πεζόδροµο, στο βιβλιοπωλείο Fagottobooks του Νίκου Θερµού και στη Χαραµόγλειο Βιβλιοθήκη, στον κήπο, µε τη Μαρία Ρούσσου και τον ζωγράφο Σωτήρη Θεριανό, τους έχω δει στο χωριό Αλέξανδρος µε τον Νίκο Κονδυλάτο, τη Μάχη και την Ειρήνη Δουβίτσα.

Όλοι στο νησί γνωρίζουν αυτές τις µυστικές συναντήσεις αλλά κανείς δεν λέει λέξη, ίσως κάποια στιγµή πίνοντας στον Τηλέγραφο και η θάλασσα του Άι-Γιάννη σε κοµµατιάζει, τότε, ίσως κάποιο µέλος του σώµατός σου φανεί πιο φλύαρο και αποκαλύψει µυστικά.

Τώρα έγινε η υπόγεια σήραγγα, το πήγαινε-έλα στο νησί είναι εύκολο, ο τουρισµός όπως και να το κάνουµε επηρεάζει, η µαγεία όµως της Λευκάδος παραµένει, κι όταν το αεράκι του Ιουνίου σκορπίζει την απρέπεια και την ασχήµια, τότε, οι ευκάλυπτοι του Αγιάννη και οι ελιές του κάµπου υψώνουν το µπόι τους απλόχερα η σκιά τους να χυθεί, να ενωθεί µε τους ψιθύρους που άφησε η Σαπφώ στον αφρό των κυµάτων µετέωρους.

Ακόµη έχω εκείνο το σλίπινγκ µπανγκ πολωνικής κατασκευής, δώρο του πατέρα µου, πλαστικούρα του κερατά, δεν µε νοιάζει η υγρασία της νύχτας, αυτή η θάλασσα είναι πάντα ίδια κι αυτή η ώρα, αργά µετά τα µεσάνυχτα, είναι πάντα ίδια. Υπέροχη η Λευκάδα, κι εγώ χαίροµαι που συναντώ τον ξένοιαστο εαυτό µου, τον φορώ κι ας µου πέφτει λίγο στενός, πάντα µε περιµένει, βουτώ ξανά και ξανά…

Με την ευκαιρία ένα µεγάλο ευχαριστώ στην Αλέκα και την Ασπασία, που µε φιλοξενούν στο οικόπεδό τους και µου δίνουν ρεύµα, τον Γεράσιµο, την Όλγα, την Αίγλη και τον Αλέξη, που µου δίνουν νερό, ντοµάτες και σύκα.

Πηγή

Προσθέστε το σχόλιό σας

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν θα δημοσιευτεί. Τα πεδία με αστερίσκο είναι υποχρεωτικά *