Φώτα: Το ιδιαίτερο έθιμο των πορτοκαλιών στη Λευκάδα

Τα Φώτα ήταν η πιο λαμπρή, η πιο εξωστρεφής μέρα του Δωδεκάμερου, ίσως και όλου του χειμώνα, στην πόλη της Λευκάδας. Νωρίς πήγαιναν (όσοι πήγαιναν) στην εκκλησία, για να πάρουν αγιασμό και να τον φέρουν στο σπίτι, να αγιάσουν μ’ ένα κλαδί μυρτιάς όλα τα δωμάτια, για το καλό. Μετά κατέβαινε όλος ο κόσμος στην παραλία για την τελετή του «αγιασμού των υδάτων».

Έρχονταν εν πομπή οι παπάδες, ο δεσπότης, ψάλτες, εξαπτέρυγα και φυσικά η μπάντα της Φιλαρμονικής. Κρατούσαν όλοι, αλλά πιο πολύ τα παιδιά, πορτοκάλια δεμένα από το κοτσανάκι τους με σπάγκο. Ήταν μια τούφα από 5-6 πορτοκάλια. Στο μεταξύ, στα καΐκια, στις τράτες και στις βάρκες ήταν κόσμος πολύς κι ανάμεσά τους νέοι έτοιμοι να βουτήξουν για να πιάσουν το σταυρό.

Άρχιζαν να ψάλλουν και ο δεσπότης έριχνε το σταυρό στη θάλασσα: «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…» Νέοι άντρες έπεφταν αμέσως και κολυμπούσαν για να φτάσουν στο σημείο και να πιάσουν το σταυρό, κάτι που θεωρούσαν ευλογία και προνόμιο. Εκείνη τη στιγμή η μπάντα άρχιζε να παίζει, τα πλεούμενα να χαιρετίζουν το γεγονός με τις μπουρούδες και όσοι κρατούσαν πορτοκάλια έσπευδαν να τα βουτήξουν στη θάλασσα για να αγιαστούν. Ένα χαρούμενο αλαλούμ επίσημο, πανηγυρικό, μια πάνδημη εκδήλωση χαράς ήταν ο αγιασμός των υδάτων. Τα πορτοκάλια τα έπαιρναν μετά στο σπίτι, μεταφέροντας σ’ αυτό την ευλογία του αγιασμένου νερού. Το ένα το έβαζαν στα εικονίσματα μέχρι τον άλλο χρόνο, ενώ τα υπόλοιπα τα έτρωγε η οικογένεια.

Οι γονείς μας έλεγαν ότι παλιά, όποιος έπιανε το σταυρό, τον έβαζε σε δίσκο και γύριζε σε όλα τα σπίτια να προσκυνήσουν και να του δωρίσουν χρήματα.

ΚΟΥΛΟΥΡΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΖΩΑ

«Κουλούρα, Φωτοκούλουρο. Το λέμε έτσι αυτό το ψωμί, αλλά δεν είναι κουλούρα με τρύπα στη μέση. Είναι ψωμί του ταψιού με σουσάμι απ’ έξω και σταυρό από ζύμη επάνω.
»Βοϊδόψωμο. Από την ίδια ζύμη φτιάχνουμε κι αυτό το ψωμί, σε ταψί πάντα, για τα βόδια του ζευγαριού. Στην επιφάνεια φτιάχνουμε με ζύμη τα βόδια, το αλέτρι και το γεωργό που το κρατάει.
»Αρνοκουλούρα. Το ίδιο ψωμί, σε ταψί, που το φτιάχνουμε για τα πρόβατα και τις γίδες του σπιτιού. Από πάνω με ζύμη φτιάχνουμε μια προβατίνα και αρνάκια.
»Ο πατέρας μου δεν καθόταν να φάει, αν δεν πήγαινε πρώτα στο στάβλο να δώσει στα ζώα να φάνε από μια μπουκιά το καθένα από το δικό τους το ψωμί. Το υπόλοιπο το τρώγαμε εμείς, γιατί ήταν κανονικό ψωμί».

Μαρτυρία Βασίλως Σκληρού, από τη Βασιλική

ΤΟ ΠΑΝΤΡΕΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

«Την παραμονή των Φώτων, πριν κόψουμε το Σταυρό, βάζαμε να καούν μαζί όλων των λογιών τα ξύλα: ελιά, περνάρι, φελύκι*, κουμαριά, αμυγδαλιά, απ’ όλα… Αυτό ήταν το πάντρεμα της φωτιά. Καθόμασταν όλοι γύρω-γύρω και απολαμβάναμε τη ζέστη και τις φλόγες».

Γυναίκες από τους Τσουκαλάδες, το Δράγανο κ.ά.

* Φελύκι: δασικό δέντρο με τρυφερά φύλλα. Καλή τροφή των γιδοπροβάτων. Ο Θεόφραστος το ονομάζει «αείφυλλον φιλύκη». (Πανταζής Κοντομίχης, Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2005)

Πάντρεμα (της φωτιάς)
Εκτός από την παγκοίνως γνωστή της έννοια, η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά σε ποικίλες περιπτώσεις καθημερινής ζωής. Λέμε, π.χ.: «Πήρα ένα κιλό τράγιο και το πάντρεψα με κάμποσο χοιρινό κι έκαμα μια ωραία σούπα» – «Επάντρεψα αχλαδιά με μηλιά», δηλαδή κέντρωσα την αχλαδιά με μάτι μηλιάς. Εθιμικά: «Παντρεύομε τη φωτιά»: Βάνομε στη φωτιά ποικιλία ξύλων, κατ’ επιλογήν, σύμφωνα με τα έθιμα. Αυτό γίνεται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ή των Χριστουγέννων, το βράδυ, και τελείται επίσημα και τελετουργικά. Ποστιάζουν στη γωνιά ξύλα διαφόρων δέντρων, φυτών, θάμνων, όπως της ελιάς, της συκιάς, του πουρναριού, του σκοίνου κ.ά.· ύστερα τα ραντίζουν με κρασί, λάδι και ξίδι και τους βάνουν φωτιά, κάνοντας το σταυρό τους όλοι ευχόμενοι «και του χρόνου».

Πανταζής Κοντομίχης, Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος,
Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2005

Μνήμες αρχαίων τελετουργιών
«Τα ψίχουλα και όλα τα κοκαλάκια από το τραπέζι τις Καλές Μέρες (σ.σ. γιορτές του Δωδεκάμερου) τα μαζεύαμε στο σακούλι και τα σκορπίζαμε στα αμπέλια για να καρπίζουν.

Τη στάχτη από τη γωνιά (σ.σ. το τζάκι) τις Καλές Μέρες τη μαζεύαμε και την Πρωτοχρονιά ξυπνούσαμε αχάραγα και τη ρίχναμε στο αγκωνάρι του σπιτιού. Βάζουμε και την κουτσούνα για το γούρι».
Μαρτυρία γυναίκας από την Εξάνθεια

Από το βιβλίο Λευκαδίτικα Μαγειρέματα, Eύη Βουτσινά, Fagottobooks

Via

Προσθέστε το σχόλιό σας

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν θα δημοσιευτεί. Τα πεδία με αστερίσκο είναι υποχρεωτικά *