Η νέα μας ζωή στους τέσσερις τοίχους

O καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας Νίκος Δεμερτζής και ο ψυχίατρος – ψυχαναλυτής Αθανάσιος Αλεξανδρίδης χαρτογραφούν τον δεύτερο εγκλεισμό των Ελλήνων.

Από τον M. Hulot

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ που βιώνουμε αυτήν τη στιγμή διαφέρει αρκετά από αυτήν της άνοιξης. Ο κόσμος είναι πιο προετοιμασμένος αλλά και πολύ πιο απελπισμένος από την προηγούμενη φορά, γι’ αυτό προσπαθεί να βρει νέους τρόπους να διαχειριστεί τον χρόνο του και να κάνει πιο υποφερτή τη ζωή του μέσα στο σπίτι. Πόσο διαφορετικά είναι, όμως, τα πράγματα και τι τραύμα θα μας αφήσει αυτή η νέα φάση της επιδημίας;

Ο Νίκος Δεμερτζής, καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του ΕΚΠΑ και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, σχολιάζει:

«Κανείς δεν ξέρει τι θα αφήσει το δεύτερο κύμα πανδημίας και σε ποιον. Εκτός από τα αυτονόητα, ότι θα έχουμε οικονομική κρίση με όλες τις γνωστές συνέπειες, το τι θα αφήσει εξαρτάται από την ψυχική δύναμη που έχει κάθε κοινωνική ομάδα, δηλαδή από την ανθεκτικότητά της. Σε άλλους θα αφήσει σοβαρές πληγές και τραύματα, καταρχάς σε αυτούς που έχουν πληγεί, που έχουν αρρωστήσει. Στο πρώτο κύμα της πανδημίας υπήρχε ένα διάχυτο κλίμα φόβου, αυτό ήταν το κυρίαρχο, ενώ τώρα υπάρχει περισσότερο ένα κλίμα ανησυχίας. Διότι στο μεταξύ υπήρξε μια εξοικείωση με την ασθένεια, ενώ στην αρχή ήταν κάτι απολύτως άγνωστο. Επίσης, υπάρχει ένα κλίμα συγκρατημένης ελπίδας-προσδοκίας ότι θα λυθεί το πρόβλημα εν όψει της κυκλοφορίας εμβολίου.

Το πώς θα αντιμετωπίσει κανείς αυτό που ζούμε εξαρτάται από τα αποθέματα ψυχικής ενέργειας που έχει για να αντιμετωπίζει αρνητικές καταστάσεις. Δεν είναι ίδιο αυτό το απόθεμα στον καθέναν.

Την άνοιξη, η προσαρμογή στα μέτρα και η αποτελεσματικότητά τους οφειλόταν πρωτίστως στον φόβο μιας καινούργιας απειλής. Όταν έρχεται μια καινούργια απειλή, οι πληθυσμοί συσπειρώνονται γύρω από τις ηγεσίες τους, τις πολιτικές και τις πνευματικές. Υπήρξε μια πρωτοφανής εκδήλωση εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, στον πρωθυπουργό τον ίδιο, στην ιατρική κοινότητα.

Η Ελλάδα ανέκαθεν ήταν μια χώρα της οποίας οι πολίτες –εδώ και δεκαετίες, δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο– είχαν χαμηλή εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα, στα κόμματα, στην κυβέρνηση, στο Κοινοβούλιο. Ήταν φανερό από τις διεθνείς μετρήσεις. Έτσι, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο η απότομη αύξηση εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς ήταν αποτέλεσμα αυτού που λέγεται «μαζική ψυχολογική συσπείρωση γύρω από τις ηγεσίες» (rally round the flag), ενός αμυντικού μηχανισμού.

Το γεγονός ότι αυτή η εμπιστοσύνη δεν είναι μακροπρόθεσμη φαίνεται τώρα, στο δεύτερο κύμα, που αρκετός κόσμος είτε δεν πειθαρχεί στα μέτρα είτε δεν τα τηρεί σωστά. Αυτό συμβαίνει επειδή έχει κλονιστεί η αξιοπιστία αυτών που δίνουν τις οδηγίες, είτε επειδή είναι αλληλοαναιρούμενες είτε επειδή η εμπιστοσύνη στους φορείς εξουσίας ήταν πάντα ελλιπής.

Νίκος Δεμερτζής

Όπως προείπαμε, στο πρώτο κύμα τηρήθηκαν τα μέτρα και τώρα, στο δεύτερο, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης δεν τηρούνται όπως θα έπρεπε. Αυτό, βέβαια, δεν αφορά τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, που προφανώς προσαρμόζεται στα μέτρα, αλλιώς θα μιλούσαμε για χιλιάδες νεκρούς. Αυτοί που δεν τηρούν τα μέτρα, οι λεγόμενοι «αρνητές», δεν έχουν συγκεκριμένο προφίλ.Δεν έχουν γίνει συγκεκριμένες μελέτες πάνω σε αυτή την κατηγορία, αλλά, γενικά, επειδή συμβαίνει και σε άλλες χώρες, θα μπορούσα να πω ότι πρόκειται για ανθρώπους που συμπεριφέρονται έτσι λόγω της κοινωνικής τους θέσης, ίσως ελλείψει μορφωτικού κεφαλαίου και ίσως λόγω απελπισίας μπροστά σε ένα περίπλοκο φαινόμενο που προσθέτει εξαιρετικό βάρος στην καθημερινότητά τους.

Είναι κι αυτό ένας συνηθισμένος ψυχολογικός μηχανισμός άμυνας, δηλαδή η άρνηση ενός ισχυρού τραύματος ή μιας καταστροφικής συνθήκης. Στην αρχή υπάρχει ένα είδος σοκ, σιωπής, και κατόπιν η φάση της άρνησης. Μετά έρχεται ο θυμός, το στάδιο της διαπραγμάτευσης και της συμφιλίωσης.

Ωστόσο τώρα έχω την εντύπωση ότι αυτοί που δεν υπακούν στα μέτρα βρίσκονται σε μια φάση άρνησης. Το φαινόμενο είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Μια πανδημία είναι ένα ολικό κοινωνικό γεγονός που κινητοποιεί τα πάντα σε μια κοινωνία. Επηρεάζει όλα τα επίπεδα λειτουργίας, όλες τις οργανωτικές της αρχές, τον τεχνολογικό, τον επιστημονικό τομέα, την ιδιωτική ζωή, την οικονομία κ.ο.κ. Οι πανδημίες στο παρελθόν καθόρισαν τη μοίρα κοινωνιών ολόκληρων.
Αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας, βέβαια, με τον κορωνοϊό είναι ότι η επιδημία έχει προκύψει σε μια εποχή εξαιρετικού τεχνολογικού επιπέδου και όλοι εξαρχής είχαμε μια εύλογη προσδοκία ότι δεν θα διαρκούσε πολύ και ότι δεν ήταν δυνατό να μας καταστρέψει όλους. Όντως έτσι συμβαίνει, γιατί αν αυτή η επιδημία εκδηλωνόταν 100 ή και 50 χρόνια πριν, τα θύματα θα ήταν πολύ περισσότερα. Τώρα η ιατρική τεχνολογία της περίθαλψης έχει εξελιχθεί πολύ και ο χρόνος εύρεσης του εμβολίου είναι ρεκόρ, παγκόσμιο φαινόμενο: πολλές συνεργασίες, πολλών ερευνητικών κέντρων, ιδιωτικών και δημόσιων, πανεπιστημίων κ.ο.κ. Έτσι, στο πίσω μέρος του μυαλού μας έχουμε και μια ελπίδα ότι αυτό δεν πρόκειται να μας διαλύσει, ότι σε λίγο θα τελειώσει.

Είναι πάρα πολύ δύσκολο να αποτυπώσει κανείς τα πραγματικά συναισθήματα που νιώθουν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο έχουν γίνει χιλιάδες έρευνες παγκοσμίως, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, κοινωνιολογικές, κοινωνικοψυχολογικές και ψυχιατρικές, αλλά πολλές φορές είναι λίγο παραπλανητικό αυτό που διαπιστώνεις όσον αφορά τα συναισθήματα. Γιατί άλλο δηλώνει κανείς σε ένα ερωτηματολόγιο και άλλο νιώθει πραγματικά μέσα του.Τα συναισθήματα είναι εμπειρίες εν ροή και ποτέ δεν νιώθουμε μόνο ένα συναίσθημα τη φορά, άρα είναι δύσκολο να μιλήσουμε με ακρίβεια γι’ αυτά. Τα αυτονόητα, δηλαδή ο φόβος, η ανησυχία μην αρρωστήσουμε οι ίδιοι ή οι δικοί μας, η ανησυχία για το μέλλον, τα οικονομικά της χώρας και τα προσωπικά μας, είναι αυτά που έχουν καταγραφεί σε όλο τον κόσμο.

Το πώς θα αντιμετωπίσει κανείς αυτό που ζούμε εξαρτάται από τα αποθέματα ψυχικής ενέργειας που έχει για να αντιμετωπίζει αρνητικές καταστάσεις. Δεν είναι ίδιο αυτό το απόθεμα στον καθέναν. Είναι εντελώς διαφορετικό να περνάς την καραντίνα κλεισμένος σε ένα σπίτι 200 τ.μ. απ’ ό,τι σε ένα σπίτι 60 τ.μ. με δύο παιδιά. Και όταν ασκεί κανείς κριτική, πάντα να θέτει το ερώτημα ποιος την ασκεί έναντι ποίων. Γιατί κάποιοι που δεν τηρούν τα μέτρα είναι άνθρωποι που δεν αντέχουν πια, που η καραντίνα και η απειλή που νιώθουν για την υγεία τους είναι ένας επιπλέον επιβαρυντικός παράγοντας σε μια κατάσταση πολλαπλών επιβαρύνσεων ή και κοινωνικών διακρίσεων από τις οποίες μπορεί να υποφέρουν. Μπορεί να είναι φτωχοί, άνεργοι, με επισφαλή εργασία, μονογονεϊκές οικογένειες ή χαμηλή μόρφωση.

Ο τωρινός εγκλεισμός είναι εντελώς διαφορετικός από τον εγκλεισμό της άνοιξης. Τότε η χώρα έπαιρνε δύναμη από την αποτελεσματικότητα των μέτρων που είχαν ληφθεί. Υπήρχε η προσδοκία ενός απελευθερωτικού καλοκαιριού. Τώρα υπάρχει η βεβαιότητα για έναν βαρύ χειμώνα και μια εξαιρετικά αβέβαιη άνοιξη. Ο κόσμος φοβάται, γιατί ο κίνδυνος είναι αντικειμενικός, αλλά σταδιακά απελπίζεται εξαιτίας της αποτυχίας ελέγχου της πανδημίας και της ανάδειξης των ανεπαρκειών σε όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνίας που η κρίση ενεργοποίησε.

Θα μπορούσε κανείς να αξιοποιήσει στην καραντίνα τα θετικά της ζωής του, να κάνει έναν συναισθηματικό ισολογισμό τού τι αξίζει και τι δεν αξίζει να κάνει. Αυτό, βέβαια, είναι πιο εύκολο να το λες παρά να γίνεται πράξη. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι σε διεθνές επίπεδο την περίοδο της καραντίνας αυξήθηκε η ενδοοικογενειακή βία. Χρειάζεται ένα είδος εγρήγορσης και επιστράτευσης όλων των δυνατοτήτων που έχουμε, προκειμένου να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο. Δεν είναι εύκολο πράγμα…»

«Ο τωρινός εγκλεισμός είναι εντελώς διαφορετικός από τον εγκλεισμό της άνοιξης» προσθέτει ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, ψυχίατρος – ψυχαναλυτής. «Τότε η χώρα έπαιρνε δύναμη από την αποτελεσματικότητα των μέτρων που είχαν ληφθεί. Υπήρχε η προσδοκία ενός απελευθερωτικού καλοκαιριού. Τώρα υπάρχει η βεβαιότητα για έναν βαρύ χειμώνα και μια εξαιρετικά αβέβαιη άνοιξη. Ο κόσμος φοβάται, γιατί ο κίνδυνος είναι αντικειμενικός, αλλά σταδιακά απελπίζεται εξαιτίας της αποτυχίας ελέγχου της πανδημίας και της ανάδειξης των ανεπαρκειών σε όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνίας που η κρίση ενεργοποίησε. Θα τις συνόψιζα στην έλλειψη υποδομών, στη χαμηλή αποδοτικότητα, στη σχεδόν ανύπαρκτη συλλογικότητα.

Σχεδόν όλοι αντιλαμβανόμαστε τη βαρύτητα των παραπάνω ζητημάτων. Άλλοι μένουμε ψύχραιμοι, με μετρημένη αισιοδοξία, άλλοι πανικοβάλλονται από τη χιονοστιβάδα που έρχεται κι άλλοι προσπαθούν να διαψεύσουν την πραγματικότητα με τη «χαρά», το «γλέντι», την «υπερδιέγερση». Ο αόρατος εχθρός επικύρωσε σε όλους μας, μετά τη διάψευση πως κάποιες ηλικίες είναι στο απυρόβλητο, την ευαλωτότητα και τη θνητότητά μας.

Σχεδόν ποτέ οι δυτικοί πληθυσμοί που ζούμε σε μακρόχρονη ειρήνη δεν είχαμε νιώσει τον θάνατο τόσο κοντά, να ακουμπάει τον καθέναν μας. Ο φόβος του θανάτου, που όλοι βιώνουμε ως βία, πυροδοτεί ακολούθως την αύξηση της βίας μέσα στο άτομο, στις οικογένειες, στις ομάδες και στην κοινωνία, ενεργοποιώντας το παλιό κόλπο, την ηλίθια εικασία πως αν η βία ξεσπάσει πάνω στον άλλον, δεν θα ξεσπάσει πάνω μου.

Κατά συνέπεια, έχουμε αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας, του ρατσισμού με τη μορφή της ξενοφοβίας και της ομοφοβίας. Κάποιοι στρέφουν τη βία πάνω τους, αυξάνοντας τη χρήση φαρμάκων, ναρκωτικών, αλκοόλ και άλλων εξαρτητικών συμπεριφορών. Και κάποιοι παίρνουν τον υγιή δρόμο της αναστολής της βίας, χάρη στο αντίβαρο που δημιουργεί η ενίσχυση των δεσμών φιλίας, συνεργασίας και αγάπης.

Όλοι λέμε ότι ο κόσμος μετά τον κορωνοϊό δεν θα είναι πια ο ίδιος, αλλά πόσοι πραγματικά ετοιμαζόμαστε γι’ αυτό; Πόσοι ξεφεύγουμε από το ερώτημα-παγίδα, με το οποίο έντεχνα μας τροφοδοτούν, σχετικά με την τεχνολογική αλλαγή ολόκληρου του πλανήτη και σκεφτόμαστε το πώς θέλουμε να είναι ο εαυτός μας μέσα στον κόσμο ή, έστω, στον μικρόκοσμο όπου ο καθένας μας ζει; Κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση αυτή με τον εαυτό μας, τους οικείους μας και τους αγαπημένους μας και η έναρξη από τώρα κάποιων αλλαγών μέσα στο πνεύμα μιας νέας συλλογικότητας –γιατί ο άνθρωπος μόνο ως συλλογικό ον νοείται– είναι η καλύτερη ασπίδα απέναντι στην πανδημία της κατάθλιψης που μας απειλεί».

Πηγή