Μπαρνς: Απώλεια

«Κάθε ερωτική ιστορία είναι εν δυνάµει µια ιστορία ψυχικής οδύνης»

Ο Τζούλιαν Μπαρνς γράφει ένα μεγάλο κείμενο για την απώλεια που βίωσε όταν έχασε την επί τριάντα χρόνια σύζυγό του. 

«­Ζούμε στην επιφάνεια, στη γη, κι όµως γι’ αυτό- οι βλέψεις µας είναι υψιπετείς. Ενώ σερνόμαστε στο έδαφος, απλώνουμε καμιά φορά το χέρι ψηλά φτάνοντας μέχρι τους θεούς. Μερικοί πετούν στον ουρανό µε την τέχνη, άλλοι µε τη θρησκεία· οι περισσότεροι µε τον έρωτα. Όταν όμως πετάς ψηλά, μπορεί και να τσακιστείς. Λίγες είναι οι ομαλές προσγειώσεις. Μπορεί να βρεθείς να σκας στο έδαφος µε ορμή που τσακίζει κόκαλα ή να σε παρασύρει ο σιδηρόδρομος σε ράγες ξένης χώρας.

Κάθε ερωτική ιστορία είναι εν δυνάµει µια ιστορία ψυχικής οδύνης. Κι αν όχι στην αρχή, τότε αργότερα. Κι αν όχι για τον ένα, τότε για τον άλλο. Μερικές φορές και για τους δύο. Συνδυάζεις δύο ανθρώπους που δεν είχαν συνυπάρξει προηγουµένως. Κάποιες φορές το αποτέλεσµα µοιάζει µε εκείνη την πρώτη απόπειρα του ανθρώπου να προσδέσει ένα µπαλόνι µε υδρογόνο πάνω από ένα µπαλόνι αερόστατου µε θερµό αέρα. Τι προτιµάτε: να συντριβείτε και µετά να καείτε ή να καείτε και µετά να συντριβείτε; Άλλοτε όµως ο συνδυασµός λειτουργεί καλά και τότε δηµιουργείται κάτι νέο και ο κόσµος αλλάζει. Έπειτα, κάποια στιγµή, αργά ή γρήγορα, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, ο ένας τους χάνεται. Κι αυτό που χάνεται είναι περισσότερο από το άθροισµα όσων υπήρχαν προηγουµένως.

Κάτι τέτοιο µπορεί να µην ισχύει από µαθηµατική άποψη, ισχύει όµως από συναισθηµατική. Ήµασταν µαζί τριάντα χρόνια. Ήµουν τριάντα δύο ετών όταν γνωριστήκαµε, εξήντα δύο όταν εκείνη πέθανε. Η καρδιά της ζωής µου· η ζωή της καρδιάς µου. Ενώ εκείνη απεχθανόταν την ιδέα ότι θα γερνούσε –όταν ήταν στη δεκαετία των είκοσι, πίστευε ότι δεν θα ζούσε περισσότερο από τα σαράντα–, εγώ αντιµετώπιζα γεµάτος προσδοκία τη συνέχεια της κοινής µας ζωής, τότε που τα πράγµατα επιβραδύνονται και καταλαγιάζουν, και οι αναµνήσεις είναι αποτέλεσµα σύµπραξης.

Μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό µου να τη φροντίζει· θα µπορούσα µάλιστα –αν και δεν το έκανα– να φανταστώ τον εαυτό µου να αποµακρύνει, όπως ο Ναντάρ, τα µαλλιά από τους κροτάφους του αφασικού προσώπου της και να µαθαίνει τον ρόλο της τρυφερής νοσοκόµας (το γεγονός ότι εκείνη θα µισούσε µια τέτοιας µορφής εξάρτηση είναι άσχετο). Αντίθετα, αυτό που συνέβη εκείνη τη χρονιά µεταξύ καλοκαιριού και φθινοπώρου ήταν ανησυχία, συναγερµός, φόβος και στο τέλος τρόµος. Από τη διάγνωση µέχρι τον θάνατο µεσολάβησαν τριάντα εφτά µέρες.

Προσπάθησα να µην αποστρέψω ποτέ το βλέµµα µου, αλλά να αντιµετωπίζω το γεγονός κατάµατα· αποτέλεσµα αυτού ήταν µια καταπληκτική διαύγεια. Τα περισσότερα βράδια, την ώρα που έφευγα από το νοσοκοµείο, έπιανα τον εαυτό µου να κοιτάει µε αγανάκτηση τους επιβάτες των λεωφορείων που επέστρεφαν απλώς στο σπίτι τους µετά τη δουλειά. Πώς ήταν δυνατόν να κάθονται εκεί µέσα, βυθισµένοι στην απραξία και την άγνοια, εκθέτοντας το αδιάφορο προφίλ του προσώπου τους τη στιγµή που ο κόσµος επρόκειτο να αλλάξει;

Όπως ο θάνατος, έτσι και η θλίψη είναι κοινότοπη και µοναδική. Ας κάνω λοιπόν µια κοινότοπη σύγκριση. Όταν αλλάζεις µάρκα αυτοκινήτου, παρατηρείς ξαφνικά πόσα άλλα τέτοια αυτοκίνητα κυκλοφορούν στους δρόµους. Τα καταγράφεις µε τρόπο που δεν συνέβαινε προηγουµένως. Όταν χηρέψεις, αντιλαµβάνεσαι ξαφνικά ότι σε πλησιάζουν όλοι οι άλλοι χήροι και χήρες. Προηγουµένως ήταν λίγο ως πολύ αόρατοι κι έτσι εξακολουθούν να είναι για τους άλλους οδηγούς, εκείνους που δεν έχουν χηρέψει.

Την πρώτη φορά που βρέθηκα µακριά της για περισσότερο από µια δυο µέρες –είχα πάει στα νότια της χώρας για να γράψω– ανακάλυψα ότι πέρα (ή ίσως κάτω) από κάθε προβλέψιµο τρόπο µου έλειπε και από ηθική άποψη. Αυτό µου προκάλεσε έκπληξη, µάλλον όµως δεν θα έπρεπε. Μπορεί η αγάπη να µην οδηγεί εκεί όπου νοµίζουµε ή ελπίζουµε, αλλά ανεξάρτητα από το αποτέλεσµα πρέπει να συνιστά επιταγή σοβαρότητας και αλήθειας.

Αν δεν είναι αυτό –αν δεν έχει ηθική επίδραση– τότε η αγάπη δεν είναι παρά µια διογκωµένη µορφή απόλαυσης. Ενώ το πένθος, το αντίθετο της αγάπης, δεν φαίνεται να έχει ηθική διάσταση. Η συσπειρωµένη στάση άµυνας, την οποία µας αναγκάζει να πάρουµε αν θέλουµε να επιβιώσουµε, µας κάνει περισσότερο εγωιστές. Αυτός ο τόπος δεν βρίσκεται ψηλά, δεν έχει καθαρό αέρα· εδώ δεν υπάρχει καµία θέα. Εδώ δεν µπορείς πια να ακούσεις τον εαυτό σου να ζει»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς, Τα τρία επίπεδα της ζωής, εκδ. Μεταίχμιο. Ο Τζούλιαν Μπαρνς, ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς με διεθνή αναγνώριση, γεννήθηκε το 1946 στο Λέστερ της Μεγάλης Βρετανίας. Σπούδασε νομικά και γαλλική φιλολογία στην Οξφόρδη. Το πρώτο του μυθιστόρημα, το Metroland, εκδόθηκε το 1980. Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ απέσπασε λογοτεχνικά βραβεία στην Αγγλία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Το 1986 η Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων των ΗΠΑ τού απένειμε το βραβείο Ε.Μ. Φόρστερ. Το 1988 χρίστηκε ιππότης του Γαλλικού Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων. Το μυθιστόρημά του Άρθουρ & Τζoρτζ ήταν υποψήφιο για το βραβείο Booker 2005, όπως επίσης και Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ το 1984 και το England, England το 1998. Στην τέταρτη υποψηφιότητά του για το ίδιο βραβείο, αναδείχθηκε νικητής για το μυθιστόρημά του με τίτλο Ένα κάποιο τέλος (2011).

Πηγή

1 Σχόλιο

Τα σχόλια είναι κλειστά