Πέντε εντελώς πρόσφατες τηλεοπτικές παραγωγές προσφέρουν συμπτωματικά τη δυνατότητα, εκτός από το να ειπωθούν δυο σύντομα λόγια για την καθεμία, να διατυπωθούν ταυτόχρονα και λίγες σκέψεις για τις χρονικές περιόδους που καλύπτουν ή στις οποίες διαδραματίζονται. Ας τις πάρουμε λοιπόν με τη χρονική σειρά των περιόδων αυτών.

1. The Vietnam War

The Vietnam War

To “The Vietnam War” του Κεν Μπερνς και της Λυν Νόβικ  (αλλά και του Τζέφρει Γουόρντ που το «έγραψε») είναι ένα δεκαεπτάωρο προς δεκαοκτάωρο ντοκιμαντέρ δέκα επεισοδίων, που καταγράφει εξαντλητικά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ένας πόλεμος πληγή στη συλλογική συνείδηση των ΗΠΑ, ένας πόλεμος που όχι μόνον άφησε πίσω του 58.318 νεκρούς Αμερικάνους και εκατοντάδες χιλιάδες τραυματίες, ένας πόλεμος τον οποίο όχι μόνον έχασαν παταγωδώς, αλλά κι ένας πόλεμος που τελικά ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί ακριβώς πολέμησαν. Μαζί με τον πόλεμο, το ντοκιμαντέρ καλύπτει κι ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής ιστορίας. Τα χρόνια της ισχυρής πολιτικοποίησης κυρίως της φοιτητικής νεολαίας, τα χρόνια των μαζικών διαμαρτυριών, τα χρόνια τωνέντονων εσωτερικών ταραχών. Η εποχή είναι λίαν ανήσυχη, η εποχή ορίζεται σε σημαντικό βαθμό από το κοινωνικό και το πολιτικό στοιχείο. 

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, έχουμε προέδρους που δολοφονούνται, προέδρους που αποπέμπονται, έχουμε σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες που δολοφονούνται: οι Κένεντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, το Watergate. Η γενιά των βετεράνων του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου γυρνούσε στην πατρίδα ξέροντας ότι έχει πολεμήσει τον καλό πόλεμο. Η γενιά των βετεράνων του Βιετνάμ γυρνούσε στην πατρίδα και κανείς δεν ήθελε να μιλήσει για αυτό. Από  πολύ νωρίς οι Πρόεδροι των ΗΠΑ που μπλέχτηκαν στον πόλεμο, κατάλαβαν ότι δεν έβγαινε άκρη, αλλά παραδόξως κάθε συνειδητοποίηση του αδιεξόδου συνοδευόταν από μια περαιτέρω κλιμάκωση της ανάμιξης της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής. Παρά την τεράστια έκταση τού πάρα πολύ σημαντικού αυτού ντοκιμαντέρ, δεν βαριέσαι στιγμή, αντιθέτως το παρακολουθείς όλο με την ίδια προσήλωση και την ίδια ένταση. Όλα είναι στη θέση τους, ο όγκος της δουλειάς που έχει γίνει είναι άλλης τάξης και άλλης κλίμακας από τη συνήθη και βλέποντάς το δεν σου κάνει καμία εντύπωση ότι πήρε δέκα χρόνια για να πραγματοποιηθεί. Εκτός από τον όγκο όμως, εντυπωσιακή είναι και η βαθιά γνώση της δουλειάς. Η γνώση του πώς θα συγκροτήσεις, με όλο αυτό το αχανές υλικό, μια καθηλωτική 18ωρη αφήγηση. Οι συνεντεύξεις κυρίως βετεράνων και από τις δυο πλευρές στήνουν, δίπλα και παράλληλα με την πολιτική αφήγηση, τις προσωπικές αφηγήσεις, το προσωπικό βίωμα όπως αυτό συγκροτείται μέσα από τη συνάντησή του με την πολιτική συγκυρία. Και μας προσφέρουν στιγμές της πιο ανθρώπινης και της πιο αληθινής συγκίνησης. Τα τραγούδια που ακούγονται σε όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ είναι μεγάλα τραγούδια που συνομιλούν ευθέως με το πολιτικό κλίμα, είναι πασίγνωστα τραγούδια που ξαφνικά τα ακούς με άλλο αυτί. Ειδική εύφημος μνεία στον αφηγητή Πίτερ Κογιότ που χρωματίζει την κάθε πρόταση με συναρπαστική λιτότητα.

 Τhe Vietnam War

2. The Deuce

Με το “The Deuce” βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο πόλεμος είναι στα τελειώματά του, αλλά οι ΗΠΑ έχουν «βρωμίσει» για τα καλά. Νέα Υόρκη, πόρνες και νταβατζήδες, μαφιόζοι και μπάρμεν, τζογαδόροι και ανήσυχες πρώην φοιτήτριες, αστυνόμοι και δημοσιογράφοι, κι όλα αυτά ενώ παρακολουθούμε τις απαρχές της βιομηχανίας του πορνό, στήνουν ένα μωσαϊκό, που δείχνουν ότι ο Ντέιβιντ Σάιμον και ο Τζορτζ Πελεκάνος έχουν χτυπήσει πάλι φλέβα. Στην τελευταία δουλειά του Σάιμον, το “Show me a Hero”, κάτι δεν είχε λειτουργήσει, στο ύψος τουλάχιστον των στάνταρ που οι ίδιος είχε βάλει με το “Τhe Wire” και το “Τreme“. Mολονότι το θέμα του είχε πάρα πολύ ζουμί, η ιστορία κι ο ήρωας μέσω των οποίων το προσέγγιζαν, έμεναν τελικά κάπως θολοί και μετέωροι. Στο “Τhe Deuce” αντίθετα, δίπλα στο εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα, όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες είναι γραμμένοι τόσο πλούσια και με τόσες αποχρώσεις και παιγμένοι με τόση ευαισθησία και τόσο ταλέντο, που η φλέβα έχει χτυπηθεί. Μόνη αχρείαστη ίσως παραφωνία, ο δίδυμος αδελφός του ΤζέιμςΦράνκο, τον ένα μπορούμε να τον αντέξουμε, μέχρι και να τον απολαύσουμε, ο δεύτερος ξεπερνάει το πλαφόν μας.

Σχεδόν όλοι οι ήρωες είναι και έτσι είναι και αλλιώς, δεν γράφονται για να υπακούσουν σε στερεότυπα -και δη σε πρωθύστερα στερεότυπα, προβάλλοντας σημερινές αντιλήψεις στο 1971-, αλλά για να βρουν την αλήθεια του κάθε ενός  και της κάθε μιας τους, άλλοι εκ των οποίων μπορεί να ρέπουν πολύ περισσότερο προς το σκοτάδι και άλλοι πολύ περισσότερο προς το φως, πάντως είναι όλοι τους αποχρώσεις, κανείς τους κατάλευκος, κανείς τους κατάμαυρος. Τα κουστούμια των νταβατζήδων είναι χάρμα ιδέσθαι, αλλά η σχέση των πορνών μαζί τους σου ραγίζει την καρδιά, όχι όμως μονοδιάστατα, όχι ως μελό, όχι ηθικοπλαστικά. Και υπάρχει κι αυτή η φοβερή ατάκα μιας πόρνης: “Μe, I need pimping. Otherwise, I tend to get lasy“. Ζούμε σε ένα οικονομικό σύστημα, ή και είμαστε φτιαγμένοι έτσι από τη φύση μας, ή ζούμε τελικά σε ένα οικονομικό σύστημα που ξέρει πώς λειτουργεί η ανθρώπινη φύση, όπου για να παραχθεί πλούτος και εργασία, χρειάζεται να υπάρχει ο νταβατζής πάνω από το κεφάλι σου ώστε να μην τεμπελιάσεις, ώστε να πας να βγάλεις και σήμερα λεφτά, κι αυτό θα γίνει είτε καλοπιάνοντάς σε, είτε τιμωρώντας σε, ξέροντας πάντως ότι δουλειά του είναι τα χρήματα να βγουν. Και ενώ εσύ θα εκδίδεσαι, αυτός θα εισπράττει. Γιατί αυτός είναι ο ρόλος του. Ίσως κανείς άλλος στην τηλεόραση δεν μπαίνει τόσο βαθιά στα γρανάζια της κοινωνίας για να δει πως αυτή λειτουργεί, ίσως κανείς άλλος δεν κάνει τόσο βαθιά πολιτικές σειρές, όπως ο Ντέιβιντ Σάιμον.

3. Mindhunter

Ο πόλεμος έχει τελειώσει από το 1973, οι έντονες εσωτερικές αναταραχές ανήκουν πια στο παρελθόν, η αμερικάνικη κοινωνία σταματά να διχάζεται και να τσακώνεται τόσο μεταξύ της και με τους άλλους, καιρός ιδιώτευσης, καιρός κοινωνικής ειρήνης, μιας κοινωνικής ειρήνης όμως που δυσκολεύεται πια να κρύψει έναν περίεργο ιό στις τάξεις της. Βρισκόμαστε στο 1977 και μια νέα συνειδητοποίηση γεννιέται, ένας νέος τύπος πολίτη, ένας νέος τύπος εγκληματία, αποκρουστικού, ακατανόητου, τρομακτικού, αλλά ουπς και διεστραμμένα γοητευτικού (;). Με το “Μindhunter” ο Nτέιβιντ Φίντσερ, στα πρώτα δύο και τα τελευταία δύο από τα δέκα επεισόδια του πρώτου κύκλου, δίνει τον γνωστό του αγαπημένο τόνο και επιστρέφει στο γνωστό αγαπημένο θέμα, όχι μόνο του ίδιου, όλων μας: Serial Killers, η γέννηση μιας λέξης, η γέννηση μιας έννοιας, όταν οι ΗΠΑ άρχισαν να αντιλαμβάνονται την ύπαρξή τους, κάτι άλλαξε μέσα τους, κάτι που μετά θα γοήτευε όσο τίποτα τους κινηματογραφιστές της. Ως τότε οι αστυνομικές κι εγκληματολογικές μέθοδοι είχαν ως βασικό άξονα ερευνών το κίνητρο απέναντι στο συγκεκριμένο θύμα, είτε το συμφέρον, είτε κάποια συγκεκριμένη έκρηξη οργής. Τώρα πια υπάρχει κάτι άλλο. Σχεδόν πάντα λευκοί άντρες που σκοτώνουν κατά συρροή, άλλοτε με πλήρη μεθοδικότητα άλλοτε όχι τόσο, αλλά με ένα συγκεκριμένο πάτερν. Τα θύματα χάνουν την αυταξία τους και εν τέλει και τη σημασία τους, η σημασία τους πρέπει να αναζητηθεί σε αυτό που ανακαλούν, θυμίζουν ή συμβολίζουν για τον δράστη.

Μαζί με το άλλο και πιο πρόσφατο τόσο πολύ αμερικάνικο φαινόμενο, αυτό των μαζικών δολοφονιών σε δημόσιους χώρους, οι σίριαλ κίλερ εκδηλώνουν τη δολοφονική τους μανία με έναν τρόπο που δείχνει ότι υπάρχει κάτι εντελώς νοσηρό μέσα στις τάξεις της αμερικάνικης κοινωνίας, ακόμη κι όταν αυτή ιδιωτεύει, ακόμη κι όταν δεν πολεμά σε ξένα μέρη. Και το ερώτημα που βάζει ο πρώτος κύκλος του “Μindhunter” (αρκετά αντίστοιχο με το ερώτημα που είχε βάλει πολύ παλιότερα το “Μanhunter” του Μάικλ Μαν βασισμένο στο μπεστ σέλερ του Τόμας Χάρις) είναι εν τέλει και ένα ερώτημα καθρέφτης που ο Φίντσερ στρέφει και προς τον εαυτό του και προς όλους μας: γίνεται να μπούμε στο μυαλό των σίριαλ κίλερς χωρίς να γίνουμε μέρος από το σκοτάδι τους; Τι υπάρχει μέσα σε αυτό το σκοτάδι που μας γοητεύει;

4. Spielberg

Το ντοκιμαντέρ “Spielberg” της Σούζαν Λέισι μπορεί να στερείται μια ιδιαίτερη σκηνοθετική αιχμή ή ματιά, αλλά και πάλι αν είσαι ένας από τα εκατομμύρια φαν του Σπίλμπεργκ, δεν μπορείς παρά να το απολαύσεις. Ο τρόπος που από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά ο Σπίλμπεργκ μαζί με τον Λούκας αλλάζει την κινηματογραφική βιομηχανία με τα μπλοκμπάστερ, ξεπερνά τα μεγέθη της βιομηχανίας του θεάματος και πηγαίνει παραπέρα. Ο Σπίλμπεργκ άλλαξε κάτι περισσότερο από το σινεμά, ο Σπίλμπεργκ σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια εποχή που το συλλογικό φαντασιακό παύει να ορίζεται από Γούντστοκ, σεξ ντραγκς και ροκ εντ ρολ και εξεγέρσεις και αρχίζει να ορίζεται από οικουμενικές κινηματογραφικές ιστορίες, από ταινίες που γίνονται σημείο αναφοράς όλων.Και ο Σπίλμπεργκ τα κάνει όλα αυτά, όντας τεράστιο κινηματογραφικό μέγεθος, όντας σκηνοθέτης – δύναμη της φύσης. Ποιος Λούκας δίπλα του; 

Το ντοκιμαντέρ δείχνει ένα κομμάτι συνέντευξης όπου ένας δημοσιογράφος του λέει, οκωραία αυτά που έχεις καταφέρει, αλλά δεν σε απασχολεί ότι καλλιτεχνικά δεν μπορεί να μπει το όνομά σου δίπλα σε ονόματα όπως του Μάικ Νίκολς και του Μπάρυ Λέβινσον; Αγαπώ πολύ τον Μάικ Νίκολς, έχει κάνει μεγάλες ταινίες και το έργο του θα μείνει. Αλλά πέθανε πριν τρία χρόνια και η είδηση ήταν ότι απλά πέθανε ένας σημαντικός σκηνοθέτης. Ο Μπάρι Λέβινσονμπορεί όταν έγινε η συνέντευξη να θεωρούνταν κάτι τρομερό, αλλά έκτοτε σχεδόν εξαφανίστηκε. Η φιλμογραφία του Σπίλμπεργκ μιλάει μόνη της. Είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε όχι, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ είναι μια από τις πιο μεγάλες φυσιογνωμίες στην κινηματογραφική ιστορία.

5. Stranger Things

Στο πρώτο “Stranger Things” των αδελφών Ντάφερ που είχε παιχτεί πέρσιείχαμε πει, ότι είτε είναι ένα κολάζ – φόρος τιμής στο σινεμά της δεκαετίας του ’80 (στην πολύ καλή εκδοχή), είτε μια ξεδιάντροπη ξεπατικωσούρα εκτελεσμένη όμως με μεράκι και ενίοτε με όραμα (στη λιγότερο καλή εκδοχή) κι είχαμε αναρωτηθεί μήπως τελικά η τόση πολλή αντιγραφή δεν είναι προχωρημένο πράγμα και μεταμοντέρνο παστίς, αλλά τόση πολλή αντιγραφή; Αλλά παρόλα αυτά το πρώτο “Stranger Things” βλεπόταν γενικά ευχάριστα. Το “Stranger Things 2” δεν βλέπεται ευχάριστα – σχεδόν δεν βλέπεται και καθόλου. Με την εξαίρεση πάρα πολύ λίγων ευφρόσυνων σκηνών, βρίσκεις τον εαυτό σου να το παρακολουθεί σχεδόν με το ζόρι, σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Αν το πρώτο νοστάλγησε και αντέγραψε μια εποχή, το δεύτερο αντιγράφει τον εαυτό τουΞεπατικωσούρα μέσα στην ξεπατικωσούρα. Κι εδώ έχουμε μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση αυτού του δίκοπου μαχαιριού των σειρών της νέας εποχής της τηλεόρασης: το γεγονός ότι η διάρκειά τους δεν πρέπει να υπακούσει στα ασφυκτικά προκαθορισμένα όρια μιας ταινίας είναι ευλογία κι ελευθερία, αλλά εξίσου εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε κατάρα. Κι έτσι σειρές που θα μπορούσαν να πουν την ιστορία τους εξαιρετικά αποτελεσματικά στις τάδε ώρες, τώρα λόγω της επιτυχίας του παίρνουν έγκριση για νέους κύκλους, στους οποίους συχνά δεν έχουν κάτι όντως καινούριο να πουν και φλυαρούν και καταλήγουν σκιές των αλλοτινών τους εαυτών.

Αλλά ας μείνουμε στην πολύ πιο ευρεία από το “Stranger Things” νοσταλγία της δεκαετίας του ’80. Πέραν των δημογραφικών λόγων (για πολλούς δημιουργούς τα ’80s είναι η ηλικία αναφοράς τους στα παιδικά ή εφηβικά τους χρόνια), η δεκαετία του ’80 είναι στη συνείδησή μας πολύ πιο καθαρή, η Νέα Υόρκη του “Deuce” αλλά και του “Ταξιτζή” έχει καθαριστεί, οι αναταράξεις του Πολέμου του Βιετνάμ είναι μακρινό παρελθόν, αν οι σίριαλ κίλερς δολοφονούν,δολοφονούν με όρους μη πολιτικούς, με όρους μεμονωμένης ψυχοπάθειας, τα ’80s είναι ακόμη περισσότερο από την εποχή του Ρίγκαν η εποχή του Σπίλμπεργκ, είναι τα παιδιά με τα ποδήλατα, είναι επιτέλους η απολίτικη εποχή,είναι η εποχή της στροφής στο ιδιωτικό, στο καταναλωτικό, στο μη κοινωνικό, στην ποπ κουλτούρα του escapism, της φυγής με φόντο την πανσέληνο.

Πηγή