Πώς να είσαι άνθρωπος σε απάνθρωπους καιρούς

Από τον Θοδωρή Αντωνόπουλο

Συζητώντας με τον Γιώργο Τυρίκο-Εργά, έναν από εκείνους τους ιδιαίτερους ανθρώπους που σου δίνουν ελπίδα και κουράγιο απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν.

Σπούδασε κλασική φιλολογία, συγκριτική λογοτεχνία, αιγυπτιολογία, ασσυριολογία και λαογραφία, της οποίας είναι σήμερα διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Διακρίθηκε για το συγγραφικό του έργο σε Ελλάδα και εξωτερικό και συνεργάστηκε με πολλούς ακαδημαϊκούς και ιδρύματα γύρω από το προσφυγικό, πιο πρόσφατα ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Durham (Τμήμα Ανθρωπολογίας) σε μια συγκριτική μελέτη του ESRC/DFID σχετικά με την αναγκαστική μετανάστευση στη Μεσόγειο. Όμως δεν ζει σε κάποιο καθωσπρέπει προάστιο, ακολουθώντας μια λαμπρή πλην «αποστειρωμένη» ακαδημαϊκή καριέρα. Καλύμνιος την καταγωγή, είχε από μικρός έρωτα μεγάλο με τη θάλασσα που δεν τον έσβησαν οι «σειρήνες» της μεγάλης πόλης. Έχοντας κιόλας ευαισθησίες ιδιαίτερες και μια φιλοσοφία ζωής αλληλέγγυα κι απέριττη, εγκαταστάθηκε σε ένα άλλο παραμεθόριο νησί, τη Λέσβο, όπου παράλληλα με τη μελέτη και την αγαπημένη του ασχολία, το ψάρεμα, αφοσιώθηκε στον κοινωνικό ακτιβισμό. Συνιδρυτής και ενεργός ακτιβιστής της ΜΚΟ «Αγκαλιά» (Βραβείο Raοul Wallenberg Prize 2016 του Συμβουλίου της Ευρώπης και Alexander Langer International Award 2017), βρέθηκε κι ο ίδιος συχνά στην πρώτη γραμμή μαζί με τους άλλους εθελοντές της Αγκαλιάς, περιθάλποντας περισσότερους από 17.000 πρόσφυγες τον πρώτο χρόνο της «κρίσης». Ο άνθρωπος αυτός με συγκίνησε όχι μόνο για την πολυμάθεια, την προσφορά και τον αντικομφορμιστικό τρόπο ζωής αλλά και για το ρηξικέλευθο πνεύμα, τους ευρείς ορίζοντες και την αλήθεια της καρδιάς του.

—  Ήσουν πρόσφατα στην Αθήνα σε μια εκδήλωση για το «Βατραχέλι» (εκδόσεις Πατάκη), ένα παραμύθι-«αλληγορία για την αλληλεγγύη», που μάλιστα έχει μεταφραστεί ήδη σε τέσσερις γλώσσες. Πού νομίζεις ότι οφείλεται η απήχησή του;

Το παραμύθι αυτό έχει πολύ ιδιαίτερη ιστορία. Το είπε η γιαγιά Ελένη, συνεχίζοντας μια παράδοση από την προσφυγική Μικρά Ασία. Το γράψαμε ξανά ως απόγονοι προσφύγων και το μετέφρασαν μαθητές και φίλοι μας πρόσφυγες και μετανάστες, άνθρωποι δηλαδή που έχουν στο πετσί τους βαθιά την πραγματικότητα της αναγκαστικής μετανάστευσης, του ξεριζωμού αλλά και του μόνου ίσως αντίδοτου, της πανανθρώπινης αλληλεγγύης. Η έντυπη έκδοση είναι σε ελληνικά και αραβικά, ενώ σε ελεύθερη πλατφόρμα υπάρχει στα φαρσί και στα αγγλικά. Συγγραφείς και μεταφραστές παραχώρησαν τα δικαιώματα στην «Αγκαλιά». Πιστεύουμε είναι μια όμορφη ιστορία, τόσο το ίδιο το βιβλίο ως κείμενο και εικονογράφηση όσο και ως δημιούργημα συνολικά.

— Έχεις κάνει αξιοζήλευτες σπουδές. Αντί όμως να είσαι ένας «καθωσπρέπει» συγγραφέας και ακαδημαϊκός, ζεις σε ένα παραμεθόριο νησί και καταγίνεσαι με το ψάρεμα, όταν δεν ασχολείσαι με τον κοινωνικό ακτιβισμό και τη μελέτη. Πώς συνέβη αυτή η εξέλιξη; Πόσο σε έχει ικανοποιήσει/δικαιώσει;

Είμαι από την Κάλυμνο. Μεγάλωσα κοντά στη θάλασσα. Στις μεγαλουπόλεις όπου σπούδασα ένιωθα πάντα πως πνιγόμουν. Ήθελα να βρίσκομαι κοντά στο πέλαγος, να γεράσω εκεί. Ταυτόχρονα, πάντοτε βίωνα τις πόλεις, όπως έχουν εξελιχθεί, σαν ένα χωνευτήρι αδίστακτο. Μόλις βρήκαμε με τη σύντροφό μου μια διέξοδο να γυρίσουμε στο Αιγαίο, το κάναμε. Μας δικαιώνει καθημερινά ο τόπος στον οποίο ζούμε και μεγαλώνουμε το παιδί μας. Παρόλο που η ζωή μας είναι μέσα στο τρέξιμο, η επαφή μας με τη φύση, τη θάλασσα, το χώμα και τον έναστρο ουρανό έχει ποτίσει την καθημερινότητά μας. Είναι μια ευλογία αυτό. Βιβλία και πηγές μπορεί πλέον να βρει κανείς άφθονες και σε ένα βουνό, φτάνει να έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Με τον ακαδημαϊκό κόσμο διατηρώ μια σχέση θαυμασμού μα και αποστροφής. Τόση γνώση και τόση απόσταση από το να μπορεί να εφαρμοστεί ευεργετικά στη ζωή των ανθρώπων ευρύτατα. Τόση καινοτομία και τόσο ταμπούρωμα σε καταστάσεις αποστειρωμένες, τόση απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης, αυτές οι νόρμες δεν με εκφράζουν.

Δεν μισώ, δεν σιχαίνομαι. Ανησυχώ για την αντίφαση μεταξύ της υπάρχουσας γνώσης και της κυρίαρχης αμάθειας. Για το ότι το παιχνίδι μέσα στο μυαλό μας συνεχίζουν να το κερδίζουν οι τυραννίσκοι της καθημερινής μας ζωής, τα αφεντικά κάθε λογής.

— Έδειξες ιδιαίτερη ευαισθησία στην έκρηξη του προσφυγικού. Τι σου δίδαξε αυτή η εμπειρία; Είναι, άραγε, όλες οι πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και οι ΜΚΟ που έδρασαν στη Λέσβο και αλλού το ίδιο άδολες και αξιόπιστες;

Με το προσφυγικό στη Λέσβο ασχολούμασταν πολύ πριν γίνει μόδα, πολύ πριν φτιάξουμε καν την «Αγκαλιά», όταν σχεδόν κανείς δεν ασχολούνταν. Κάναμε εθελοντικά μαθήματα ελληνικών σε ανήλικους ασυνόδευτους πρόσφυγες, αρθρογραφούσαμε. Η εμπειρία του προσφυγικού με δίδαξε να μη φοβάμαι και να μην γκρινιάζω γιατί οι φόβοι και τα «προβλήματά» μου συγκριτικά με το τι υπάρχει εκεί έξω είναι τιποτένια. Ό,τι και να έχει ακουστεί για τις ΜΚΟ νομίζω πως είναι εν πολλοίς στο πλαίσιο μιας σκόπιμης προσπάθειας δαιμονοποίησης του γενικότερου κινήματος αλληλεγγύης που ήρθε από «τα κάτω», από τον απλό κόσμο και όχι από μεγάλες πολυεθνικές της φιλανθρωπίας. Παρ’ όλα αυτά, λέμε πως κάθε ΜΚΟ πρέπει να ενέχει τον σπόρο της αυτοκαταστροφής της από την άποψη πως πρέπει να εκφράζει πολιτικό λόγο και να επικεντρώνεται στα πραγματικά αίτια των προβλημάτων. Οι μεγάλες ΜΚΟ παρακάμπτουν, πιστεύουμε, τη δημοκρατία, αναλαμβάνουν αναθέσεις ανθρωπιστικών έργων που θα έπρεπε να παράγονται από το κράτος και να ελέγχονται από τους πολίτες. Είναι μέρος μιας βιομηχανίας. Έχουν να πληρώσουν μισθούς, να κάνουν διαφήμιση, στελέχη και διευθυντές. Αυτή η νοοτροπία ανάθεσης μας κάνει τελικά να βάζουμε μεγάλη απόσταση μεταξύ της κοινωνικής μας υπόστασης και του προβλήματος, όποιο και αν είναι αυτό που μας απασχολεί συλλογικά. Mη κυβερνητικές με κυβερνητικό και κοινοτικό χρήμα, μη κερδοσκοπικές με μισθωτούς: θεμελιώδεις αντιφάσεις τις οποίες στην «Αγκαλιά» έχουμε λύσει εδώ και χρόνια, μη δεχόμενοι κυβερνητικές ή κοινοτικές χρηματοδοτήσεις και δουλεύοντας απολύτως εθελοντικά. Είδαμε ωστόσο σε ΜΚΟ και ανθρώπους που για έναν μισθό παράγουν τεράστιο κοινωνικό έργο, το οποίο δεν μπορεί να μετρηθεί σε χρήμα, που έχουν «καεί» στην προσπάθεια προσφοράς. Σε αυτούς, μόνο σεβασμός. Υπάρχει η μεγάλη εικόνα, υπάρχουν και τα προσωπικά κίνητρα.

Ό,τι και να έχει ακουστεί για τις ΜΚΟ νομίζω πως είναι εν πολλοίς στο πλαίσιο μιας σκόπιμης προσπάθειας δαιμονοποίησης του γενικότερου κινήματος αλληλεγγύης που ήρθε από «τα κάτω», από τον απλό κόσμο και όχι από μεγάλες πολυεθνικές της φιλανθρωπίας.

— Από τη δική σου εμπειρία, πόσο πραγματικά περισσότερο ενδιαφέρθηκε και προσπάθησε η κυβέρνηση αυτή να ανακουφίσει το πρόβλημα συγκριτικά με τις προηγούμενες;

Ξεκινήσαμε το δύσκολο 2015, έχοντας ίσως στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας πως με την προσφορά μας, μεταξύ άλλων, βάζαμε πλάτη στον ερχομό μιας κάποιας ελπίδας. Από τότε, το μόνο που έχουμε δει είναι η μετεξέλιξη της ελπίδας σε τοποτηρητή μιας απαράδεκτης ανθρωπιστικά και νομικά «συμφωνίας», σε χαρτοφυλάκιο και υπακοή αισχρών εντολών από την άρχουσα ελίτ της Ε.Ε. Βλέπουμε ανθρώπους να πεθαίνουν από το κρύο, απελάσεις παράλογες, νησιά-φρούρια. Αποτυχία πλήρης. Δεν έχει νόημα οποιαδήποτε σύγκριση.

Οι μεγάλες ΜΚΟ παρακάμπτουν, πιστεύουμε, τη δημοκρατία, αναλαμβάνουν αναθέσεις ανθρωπιστικών έργων που θα έπρεπε να παράγονται από το κράτος και να ελέγχονται από τους πολίτες. Είναι μέρος μιας βιομηχανίας. Mη κυβερνητικές με κυβερνητικό και κοινοτικό χρήμα, μη κερδοσκοπικές με μισθωτούς: θεμελιώδεις αντιφάσεις

— Πού θα απέδιδες τα κύρια αίτια της προσφυγιάς και της αναγκαστικής για εκατομμύρια ανθρώπους μετανάστευσης; Πιστεύεις πως τα χειρότερα πέρασαν και πως τώρα είμαστε πιο προετοιμασμένοι;

Κατά πρώτον, όχι, δεν γίναμε καθόλου πιο «σοφοί». Αν έρθει νέο προσφυγικό «κύμα», θα πνιγούν άραγε λιγότεροι άνθρωποι; Πού είναι τα ασφαλή περάσματα, το νομοθετικό πλαίσιο; Αν έρθουν πάλι χιλιάδες, έχουν φτιαχτεί υποδομές στα νησιά; Πού είναι; Εδώ κάνουμε αγώνα να μην πεθάνουν πάλι φέτος από κρύο άνθρωποι στη Μόρια, όπου η κατάσταση μοιάζει με κολαστήριο. Έχει οργανωθεί το θέμα του ασύλου, της πρώτης υποδοχής; Συμφώνησαν μήπως τα κράτη-μέλη τι θα κάνουν με τους υφιστάμενους πρόσφυγες σε Ελλάδα και Ιταλία, ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν ανθρώπινα ένα νέο μαζικό «πέρασμα;» Δεν υπάρχει κάτι. Το προσφυγικό σώθηκε όσο σώθηκε στα νησιά αποκλειστικά από το φιλότιμο των κατοίκων τους, των εθελοντών και ελάχιστων άλλων ανθρώπων π.χ. σε οργανισμούς και τοπική αυτοδιοίκηση. Κανένα πρόβλημα δεν λύθηκε με τη «συμφωνία» Ε.Ε.-Τουρκίας. Ήταν απλώς ένας τρόπος να σταματήσουν τον ερχομό προσφύγων, έστω κρύβοντας τα μεγάλα προβλήματα κάτω από το χαλί, έστω ενισχύοντας τυράννους. Αναρωτιέμαι πόσο σκόπιμα άφησε η Γερμανία περίπου 1 εκατ. κόσμο να φτάσει στα εδάφη της, έστω με κόστος χιλιάδες νεκρούς στη Μεσόγειο, πριν πρωτοστατήσει για να γίνει το deal, αποκλείοντας χιλιάδες στα ελληνικά νησιά και εκατομμύρια στην Ανατολή. Τι δύναμη μπορεί να έδωσε διαπραγματευτικά στον Ερντογάν μια τέτοια «συμφωνία»; Βρέθηκε έτσι λύση, άραγε; Αστείο. Η ρίζα του προσφυγικού βρίσκεται στο παράλογο οικονομικό σύστημα που προσκυνάμε –πείτε το καπιταλισμό, κορπορατισμό, όπως θέλετε–, το οποίο βασίζεται στην άνιση κατανομή του παγκόσμιου πλούτου και στις κραυγαλέες διακρίσεις. Είναι η αρπαγή των πόρων διά του πολέμου – η Ευρώπη έχει τα χέρια της βουτηγμένα πολύ βαθιά στο αίμα της αρπαγής αιώνες τώρα και συνεχίζει περίφημα. Είναι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η έλλειψη δημοκρατίας και διαφάνειας, το ότι ο απλός πολίτης έχει μετατραπεί σε ένα άβουλο, αδύναμο πιόνι. Το πιο ανησυχητικό είναι πως δεν υπάρχει καμιά δυναμική στην Ευρώπη αυτήν τη στιγμή, κανένα μεγάλο κίνημα που να απαιτεί ειρήνευση, αφοπλισμό, ευθύνες, δεν υπάρχει καμιά πραγματικά ισχυρή κοινωνική βούληση για έναν τρόπο ζωής φιλικότερο προς το περιβάλλον. Οι πολιτικοί μας καμώνονται πως με μπαλώματα θα σταματήσουν το προσφυγικό, εμείς πάλι είμαστε πολύ απασχολημένοι με τα τεράστια βιοτικά προβλήματα, πολύ βουτηγμένοι σε απαρχαιωμένους τρόπους σκέψης που αφήνουν τις ελίτ ανενόχλητες στο στημένο παιχνίδι τους. Μα, θα προκύψουν χιλιάδες ακόμα «προσφυγικές κρίσεις» όσο εκατομμύρια άνθρωποι κάπου υποφέρουν και πρέπει να μετακινηθούν… για να ζήσουν! Και θα μετακινηθούν, όσο και να θέλουμε να υιοθετούμε πολιτικές αποτροπής. Και αν ακόμα στήσουμε φράχτη με κανόνια, πάλι θα έχουμε απολέσει τα πάντα: τη ψυχή μας την ίδια. Ποιο πρόβλημα λύνουμε έτσι και με τι κόστος; Ο κόσμος μας είναι καζάνι που βράζει κι εμείς νομίζουμε πως σφραγίζοντας το καπάκι θα πάνε όλα καλά. Δείτε πώς ζουν οι πρόσφυγες στην κατά τα άλλα «ασφαλή» Τουρκία. Στο χάος. Δείτε την κατάσταση στην υποσαχάρια Αφρική. Όσο λέμε πως η μετακίνηση ανθρώπων σε ασφαλέστερες ζώνες του πλανήτη είναι «πρόβλημα» και όχι κάτι φυσικό και δικαίωμα αναφαίρετο· όσο θεωρούμε πως δικαιούμαστε ταυτόχρονα να αρπάζουμε, να εφησυχάζουμε αλλά να μη θέλουμε κανέναν να αντιδράει, απλώς να πεθαίνει έναν ήσυχο και βολικό για εμάς θάνατο κάπου μακριά, τότε…

— Από τις τόσες προσφυγικές ιστορίες που βίωσες, ποια σε άγγιξε περισσότερο;

Η κουβέντα που είχε πει ένας πατέρας κάποιο βράδυ: «Θα περπατούσα στο τέλος του κόσμου για να σώσω το παιδί μου από τις βόμβες». Αυτή ήταν η αλήθεια του. Δεν μισώ, δεν σιχαίνομαι. Ανησυχώ για την αντίφαση μεταξύ της υπάρχουσας γνώσης και της κυρίαρχης αμάθειας. Για το ότι το παιχνίδι μέσα στο μυαλό μας συνεχίζουν να το κερδίζουν οι τυραννίσκοι της καθημερινής μας ζωής, τα αφεντικά κάθε λογής.

O Γιώργος Τυρίκος-Εργάς στην «Αγκαλιά» με τον παπα-Στρατή.

— Συνεργαζόσουν με τον παπα-Στρατή, που ξεχώρισε με το παράδειγμά του στην προσφυγική κρίση. Τι σε εντυπωσίασε περισσότερο σ’ εκείνον;

Φτιάξαμε επίσημα την «Αγκαλιά» με τον παπα-Στρατή, την Κατερίνα και την Ελένη Σελάχα το 2008. Μα και πριν είχαμε δράσεις. Ο παπα-Στρατής ήταν μοναδικός. Ήταν η ψυχή που μας έβαλε απότομα από τη θεωρία στη δράση. Απλός, προσιτός, χιουμορίστας, ανθρώπινος και συνεχώς, μέχρι το τέλος, εκεί, να θέλει να βρει πώς θα βοηθήσει. Δίχως αστερίσκους στην αγάπη για όλους, ανεξάρτητα από οτιδήποτε. Θυμάμαι πως δεν είχαμε τσακωθεί ποτέ, πως παρότι ήμασταν ιδεολογικά τόσο διαφορετικοί, είχαμε στην καρδιά της σχέσης μας την ειλικρίνεια και την έννοια να βοηθήσουμε, μια βαθιά αγάπη. Στο πόδι όλες οι αποφάσεις, λες και μαγικά κανείς μας δεν χρειαζόταν ποτέ να πει καν τι σκεφτόταν. Δεν θα συναντήσω νομίζω ξανά άλλον σαν κι αυτόν.

— Ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη, το νοιάξιμο, είναι πιστεύεις έμφυτα ή μαθαίνονται; Ισχύει ότι μπορεί κάποτε να τα συναντήσεις από κει που δεν περιμένεις, καθώς και το αντίστροφο;

Πρωτευοντολόγοι, όπως ο De Waal, διδάσκουν πως έχουμε μέσα μας «κληρονομημένη» πολλή ομορφιά αλλά και ασχήμια. Θέλω να μένω, ελπίζω δίκαια, σε αυτό που επιμένουν ορισμένοι στοχαστές σαν τον Dawkins, στο ότι έχουμε τη δύναμη να επιλέξουμε συνειδητά την ομορφιά μέσα μας έναντι της ασχήμιας. Από κει και πέρα, μέρος αυτής της «επιλογής» είναι να ενθαρρύνουμε στα παιδιά μας την αλήθεια πως το δόσιμο και η εξωστρέφεια είναι καλύτερα από το ταμπούρωμα στον εαυτό. Πως η ευθύνη, το χρέος, η δράση είναι προτιμότερα από την απάθεια και την παραίτηση.

— Έχεις καταφερθεί επανειλημμένα εναντίον της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του εθνικισμού, της ομοφοβίας, των διακρίσεων και της παλιανθρωπιάς γενικότερα. Τα δικά σου σημεία αναφοράς;

Πιστεύω πως το ισχυρότερο από αυτά παραμένει ο λαϊκός λόγος. Στο διδακτορικό μου είχα την ευκαιρία να μελετήσω για πολύ καιρό και από πολύ κοντά όλες τις λαϊκές διεξόδους ενάντια στην εξουσία και στον κυρίαρχο λόγο. Την ίδια στιγμή που ο άλλος είναι καταπιεσμένος, υπόδουλος, στον ζυγό, μπορεί να εκφράζει έναν συλλογικό λόγο αντίστασης και αυτοπροσδιορισμού που συνταράζει. Αυτός είναι ένας σπόρος, μια πραγματική ελπίδα.

— Τι σε γοητεύει περισσότερο στην ενασχόληση με το ψάρεμα; «Μιλάς» καθόλου με τη θάλασσα; Τι σου λέει; Είσαι γενικότερα υπέρ της επιστροφής σε μια πιο φυσική ζωή και πώς την εννοείς;

Δίχως τη θάλασσα νομίζω ότι θα τρελαθώ. Όταν είμαι κοντά της αφήνω κατά μέρος τις μάσκες όλων των ρόλων που χρειάζεται, κατά τον Goffman, να υποδύομαι στην καθημερινή ζωή. Όπως και ο Fresco, πιστεύω πως έχουμε πλέον για πρώτη φορά στην Ιστορία την απαραίτητη γνώση και την τεχνολογία να ζήσουμε σε αρμονία με τον πλανήτη μας ως κομμάτι του και όχι ως επικυρίαρχός του. Δεν έχουμε όμως τη δύναμη της εφαρμογής. Με ανησυχεί το ότι οι συλλογικές επιλογές μας ακόμα μας κάνουν να μοιάζουμε με ξενιστές ετούτης της γης, με παράσιτα που την πεθαίνουν σε μια αυτοκαταστροφική πορεία.

— Ποιος ήταν ο πιο ενδιαφέρων άνθρωπος που συνάντησες ως τώρα;

Η γυναίκα την οποία παντρεύτηκα, η Κατερίνα. Είναι ο άνθρωπος που από την πρώτη στιγμή που την γνώρισα δεν άφησε ποτέ τα λόγια της να είναι πιο μεγάλα από τις πράξεις της. Με έχει διαμορφώσει, με έχει κάνει αυτό που είμαι, είναι η πηγή της δύναμής μου. Είναι από μόνη της νόημα. Με βάζει συνεχώς να αμφισβητώ τις μεγαλύτερές μου βεβαιότητες, με σπρώχνει να είμαι ειλικρινής, να θέλω να πηγαίνω παραπέρα. Θαυμάζω γενικά όσους επιλέγουν πάντοτε το σωστό, δίχως να υπολογίζουν κόστος, σωματικό ή ψυχολογικό, και η Κατερίνα είναι άριστη δασκάλα σε αυτό. Με το παράδειγμά της με κάνει να «ντρέπομαι», να βελτιώνομαι. Είναι το καλύτερό μου φιλαράκι, η μάνα του παιδιού μου. Εντάξει, έχει κι ένα μειονέκτημα, δεν της αρέσει καθόλου το ψάρεμα!

— Τι θα ‘θελες να θυμάται από σένα ο γιος σου;

Ότι δεν αρνήθηκα ποτέ να του πω μια ιστορία, όσο κουρασμένος και να ήμουν. Ότι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα για να είναι ευτυχισμένος. Και ότι σε δύσκολους καιρούς επέμενα να κρατώ αναμμένο ένα μικρό φως στο ανίκητο σκοτάδι.

Πηγή