«Η γνωριμία μου με τον Θεόδωρο Στάμο» του Φ.Πιομπίνου

Με αφορμή την έκθεση αφιέρωμα στον Θεόδωρο Στάμο, αναδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Στάμος, μια μαρτυρία για τον ζωγράφο» του Φ. Πιομπίνου.

«Η ζωή είναι τέχνη, και η τέχνη είναι ζωή».

Θεόδωρος Στάμος

Τον Στάμο τον πρωτοσυνάντησα ένα μαγιάτικο πρωινό του 1978, στο γάμο ενός πολύ φιλικού μου ζευγαριού που είχε τελεστεί στο εξωκλήσι της Παναγίας των Βλαχερνών, καταμεσής του υπέροχου ελαιώνα της Λευκάδας. Λίγο έλειψε να πω της γενέτειράς του Λευκάδας, τόσο πολύ τον έχω συνδέσει μ’ εκείνον τον τόπο, κι ας τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά κοντά στα πενήντα του χρόνια, αυτός που, γεννημένος στη Νέα Υόρκη και μεγαλωμένος στους πολύβουους δρόμους αυτής της Νέας Βαβυλώνας, παρέμεινε πάντοτε ξένος για τους ντόπιους και για την ελληνική Πολιτεία. Κι όμως έδινε την εντύπωση πως αποτελούσε, σαν από πάντα, αναπόσπαστο στοιχείο -ή μήπως στοιχειό;- του λευκαδίτικου χώρου. Στη Λευκάδα πέρασε άλλωστε τα τελευταία χρόνια του βίου του, στο περιθώριο των καλλιτεχνικών ρευμάτων -ή καλύτερα της κοσμικότητας των περί τα καλλιτεχνικά- κατηφής, συνοφρυωμένος, σαν γεροθαλασσόλυκος που εκβράστηκε από την τρικυμία στα παράλια του Ιονίου πελάγους και με την πικρία που του άφησε η πασίγνωστη και πολύχρονη δικαστική διαμάχη του με την κόρη του Ρόθκο Κέιτ και το αμερικανικό Δημόσιο, αντάμα με την πεισματική άρνησή του ν’ αποδεχθεί την εις βάρος του καταδικαστική απόφαση.

 

Όταν τον πρωτογνώρισα ήταν πενήντα έξι χρόνων κι έμοιαζε εντυπωσιακά του Αλέξη Ζορμπά, όπως τον ενσάρκωσε κινηματογραφικά ο Άντονυ Κουήν στην κατά Μιχάλη Κακογιάννη εκδοχή του. Το παρουσιαστικό του είχε κάτι το ακατέργαστο, το αγροίκο. Σε νεανικές του φωτογραφίες δείχνει ωραίο και μάλιστα φλογερό παλικάρι. Ήταν λαμπερός σαν κινηματογραφικός αστέρας, αργότερα όμως θύμιζε κάτι μεταξύ Μεξικανού αντάρτη της εποχής του Εμιλιάνο Ζαπάτα και παροπλισμένου κοντραμπατζή του Αιγαίου. Οι καταβολές της ορεσίβιας, από τη μεριά της μάνας του, και της νησιώτικης, από τη μεριά του πατέρα του, καταγωγής του, του έδιναν τον αέρα Ανατολίτη, όπως κι ο ίδιος το είχε άλλωστε αναγνωρίσει, διευκρινίζοντας όμως: «Δεν θα μπορούσα να είμαι Ανατολίτης όπως ένας Γιαπωνέζος, γιατί δεν είμαι από τη φύση μου ασκητικός, άλλα Ανατολίτης όπως ένα ελληνικό ή τούρκικο κιλίμι». Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν αδρά. Το εξαιρετικά έντονο, οξύ και αεικίνητο βλέμμα του, που άστραφτε και συχνά πυκνά κεραυνοβολούσε τους γύρω του, προσέδιδε στη φυσιογνωμία του σπάνιο δυναμισμό και ετοιμότητα, αλλά πολλές φορές μαρτυρούσε πολλήν αγωνία και πόνο. Στα τελευταία του, το αετίσιο βλέμμα του εσωτερικοποιήθηκε, λες και είχε αποτραβηχτεί προς τα μέσα, αδιαφορώντας για τα τεκταινόμενα στο περιβάλλον του. Το πρόσωπό του, χαραγμένο, για να μην πω οργωμένο, από τις κακοκαιρίες του βίου, δεν μαρτυρούσε εκείνη την καλλιέργεια και τη ραφινάτη έκφραση που ο πολύς κόσμος περιμένει από έναν τέτοιας αισθαντικότητας καλλιτέχνη. Κάθε άλλο μάλιστα. Ένα παχύ μουστάκι σκίαζε το στόμα του με τα πλατιά σαγόνια. Αργότερα προστέθηκε και μια γενειάδα που τον έκανε ακόμα πιο απόκοσμο. Τα μονίμως ανασηκωμένα φρύδια του του έδιναν αγριωπή έκφραση, που αποθάρρυνε και κρατούσε σε απόσταση όσους δεν τον γνώριζαν καλά. Το μεγάλο κεφάλι του σ’ έκανε πάντως να ξεχνάς το υπόλοιπο σώμα του, που έμοιαζε περισσότερο με σώμα πλανόδιου παλαιστή σε λαϊκά πανηγύρια. Τα χοντροφτιαγμένα χέρια του ήταν, θαρρείς, καταλληλότερα γι’ αγροτικές ασχολίες ή σκληρές χειρωνακτικές εργασίες, παρά για καλλιτεχνικές ενασχολήσεις πρόδιδαν πίσω από τον ζωγράφο τον γλύπτη που ό ίδιος είχε αρχικά επιλέξει για να αυτοπροσδιοριστεί καλλιτεχνικά. Τέλος, οι τραχείς τρόποι του έκρυβαν το ευάλωτο, τρωτό άτομο που ήταν. Εγώ πάντως έβρισκα πως ο σωματότυπός του και το εν γένει παρουσιαστικό του ήταν σε πλήρη σύμπνοια με το χαρακτήρα και τον ψυχισμό του.

Από την πρώτη στιγμή μου έκανε εντύπωση το αρκετά εκκεντρικό του ντύσιμο, που μόνο ένας καλλιτέχνης θα τολμούσε να υιοθετήσει. Το χρώμα που προτιμούσε πάνω του ήταν κυρίως το μαύρο, αλλά, σε συνδυασμό πάντοτε με το βυσσινί, το ροδί, το μαβί των ιερατικών στολών, το χρυσαφί και το ασημί, κυρίως για τα ανεπανάληπτα και τόσο χαρακτηριστικά γιλέκα που συνήθιζε να φοράει. Σπάνια θα τον έβλεπες με άσπρο πουκάμισο. Θυμάμαι εντονότατα τη μορφή του στα εγκαίνια της μεγάλης έκθεσης που του είχε διοργανώσει η Εθνική Πινακοθήκη την ίδια εκείνη χρονιά που τον γνώρισα. Φορούσε ντρίλινο παντελόνι, μαύρο πουκάμισο, μωβ γιλέκο, σανδάλια και είχε κρεμασμένο στον ώμο του το αιώνιο ταγάρι του, που δύσκολα το αποχωριζόταν. Τον βλέπω ακόμα, σαν να ‘ναι χθες, καθισμένο με αυτή την αμφίεση στα σκαλιά της εισόδου της Πινακοθήκης, αδιαφορώντας παντελώς για τους κοσμικούς και τους φιλότεχνους που στριμώχνονταν μέσα στο κτίριο για να δουν την έκθεσή του.

 

O Στάμος έζησε σ’ ένα δίπατο σπίτι της πλατείας Ηρώων 6, στην παραλία της πόλης της Λευκάδας, κολλητά στο Λιμεναρχείο, σ’ ένα από τα τυπικά εκείνα λευκαδίτικα σπίτια, τα περιβεβλημένα εξωτερικά με αυλακωτή λαμαρίνα, που την είχε βάψει με κάθετες μαύρες και γκρίζες ρίγες. Ήδη αυτός ο αταίριαστος για κατοικία χρωματισμός, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα παραθυρόφυλλά της παρέμεναν πάντοτε ερμητικά κλεισμένα, αρκούσε από μόνος του για να δημιουργήσει συζητήσεις και σχόλια στη μικρή νησιώτικη κοινωνία. Το σπίτι βλέπει σ’ ένα γραφικότατο καρνάγιο καϊκιών  και στον πανέμορφο πορθμό που χωρίζει το νησί από τα απέναντι παράλια της Ακαρνανίας. Το εργαστήρι του καταλάμβανε ολόκληρο το ισόγειο, που ήταν ένας σχεδόν ενιαίος χώρος, επειδή είχε μεγάλη ανάγκη απλοχωριάς για την εργασία του λόγω του μεγάλου μεγέθους των πινάκων του, που με τα χρόνια απλωνόντουσαν σε διαστάσεις. Παντού, εκεί μέσα, ήταν διάχυτη ή μυρουδιά των χρωμάτων. Κι εδώ, όπως και στην κυρίως κατοικία, έβλεπες παράξενες ρίζες δέντρων, κλαδάκια και φαγωμένες από το πέρασμα του χρόνου πέτρες που περισυνέλεγε στις ακτές του νησιού.

Ο ίδιος έμενε στον επάνω όροφο, όπου ανέβαινες από μιαν ολόισια, κάπως απότομη, ξύλινη σκάλα, βαμμένη κίτρινη, με πράσινα τα κούτελα των σκαλοπατιών. Οι χώροι πάνω έπλεαν τη μέρα στο ημίφως. Τα παράθυρα καλύπτονταν εσωτερικά από άσπρες οθόνες από καραβόπανο, που μόλις και μετά βίας άφηναν το έξω εκτυφλωτικό φως να διαχέεται φιλτραρισμένο στο εσωτερικό του σπιτιού. Το βράδυ ο φωτισμός ήταν χαμηλός, διακριτικός· το γυμνό ηλεκτρικό φως ήταν εξοβελισμένο από το σπίτι του. Τα πατώματα σε όλα τα δωμάτια ήταν στρωμένα με φαρδιές σανίδες. Όλα στο καθιστικό -τοίχοι, πάτωμα, καλύμματα των καναπέδων- ήταν στα άσπρα. Κιλίμια με έντονα χρώματα, πολύχρωμα μαξιλαράκια και μαξιλάρες από ωραία υφαντά ή απομεινάρια ακριβών χαλιών έσπαγαν τη μονοτονία του λευκού. Στα υπόλοιπα δωμάτια κυριαρχούσαν ζεστά χρώματα, όπως το ροδί, το βυσσινί, το μαβί. Στην τραπεζαρία, που σου υπέβαλε την εντύπωση χώρου προορισμένου για τελετουργίες, δύο ψηλά ξύλινα κηροπήγια, βαμμένα χρυσά και τοποθετημένα στις κεφαλές ενός μακρόστενου τραπεζιού στο χρώμα του σολομού, τραβούσαν την προσοχή σου, καθώς δημιουργούσαν μυστηριακή ατμόσφαιρα. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι, από κάτω ίσαμε πάνω, με εκατοντάδες χρυσόχαρτα από πακέτα τσιγάρων, και το ταβάνι με ίδιας προέλευσης ασημόχαρτα, που ο Στάμος είχε περάσει ώρες ολόκληρες για να τα κολλήσει ο ίδιος, με απέραντη υπομονή, το ένα πλάι στο άλλο, έτσι που να δίνουν την αίσθηση ομοιογενώς χρωματισμένων επιφανειών. Το σανιδένιο δάπεδο ήταν περασμένο με μελί χρώμα. Η κουζίνα με την ξύλινη επένδυση στους τοίχους, που λόγω της θαλασσινής υγρασίας και των ατμών από την παρασκευή των φαγητών είχε πάρει με τα χρόνια υπέροχη πατίνα, ήταν αυτή καθαυτή το πιο ενδιαφέρον μέρος του σπιτιού. Σαν εργαστήρι κάποιου ιδιόρρυθμου αλχημιστή, ανοιγόταν γύρω από έναν μακρύ και συνάμα φαρδύ πάγκο, όπου έβρισκες αραδιασμένα όλα τα μαγειρικά σκεύη. Για τον Στάμο, και η μαγειρική ήταν τέχνη. Του άρεσε να μαγειρεύει, όχι μόνο για τους καλεσμένους του αλλά και για τον εαυτό του· και φυσικά μαγείρευε πάρα πολύ καλά.

Παντού στο σπίτι, ως και μέσα στο μπάνιο, υπήρχαν έργα τέχνης: αφρικάνικα αντικείμενα και μάσκες, έπιπλα της εποχής αρ ντεκό, που του άρεσε ιδιαίτερα, άλλα και της αρ νουβό, όλα ανάκατα. Και στους τοίχους, εκτός από δικούς του πίνακες, έβλεπες επίσης έργα του πολυαγαπημένου του εξαδέλφου και λαϊκού ζωγράφου Θεοδόση Σταματέλου, του οποίου θαύμαζε την τέχνη, καθώς και άλλων ναΐφ ζωγράφων, όπως π.χ. του Βαλαμόντε, που με χαρά ανακάλυπτε στο νησί.

Τώρα αυτό το τόσο ταιριαστό στην προσωπικότητα του ζωγράφου σπίτι στέκεται στοιχειωμένο, με τα παραθυρόφυλλά του να χτυπάνε στον άνεμο, κοιτάζοντας, θαρρείς απορημένο με την ερήμωσή του, τη θάλασσα να παίρνει όλες τις αποχρώσεις του κυανού ανάλογα με τις ώρες της μέρας και τις εποχές.

Στο νησί τηρούσε καθημερινά ένα ωρολογιακό πρόγραμμα με θρησκευτική, τολμώ να πω, ακρίβεια, χωρίς αποκλίσεις, λες και ή συμπαντική τάξη ρύθμιζε τις δραστηριότητές του. Η τάξη άλλωστε ήταν κάτι που τον χαρακτήριζε ιδιαίτερα. Ήταν όπως και η Φύση εξαιρετικά τακτικός στις συνήθειές του. Ξυπνούσε πάντοτε νύχτα αξημέρωτη και, χωρίς ποτέ ν’ ανοίξει τα παραθυρόφυλλα, πήγαινε να φτιάξει το πρωινό του, που το έπαιρνε στη μισοφωτισμένη από τα δύο μεγάλα κηροπήγια τραπεζαρία του, σε απόλυτη σιωπή ή ακούγοντας τις ειδήσεις από αμερικανικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ύστερα ντυνόταν, έπαιρνε τον ντορβά του κι έβγαινε στην αγορά για τα ψώνια της μέρας, την ώρα που κατέβαιναν οι αγρότες από τα γύρω χωριά για να πουλήσουν τα προϊόντα τους. Έδινε μεγάλη βαρύτητα στη διατροφή του, που έπρεπε να είναι όσο γίνεται καθαρότερη, αγνότερη. Γι’ αυτό, φρόντιζε να προμηθεύεται τα τρόφιμά του απευθείας από τους παραγωγούς.

Μετά το γύρο του στο παζάρι, επέστρεφε στο σπίτι του και στρωνόταν στη ζωγραφική ίσαμε το απομεσήμερο. Κατόπιν ετοίμαζε μόνος του το φαγητό του και, τις μέρες μεγάλης ζέστης, άλλα κι όσο γερνούσε όλο και συχνότερα, αναπαυόταν για λίγο.

Όλο το απόγευμα διάβαζε στο μακρόστενο μπαλκόνι του, φροντίζοντας πάντοτε σχολαστικά να κλείνει πίσω του την μπαλκονόπορτα, στριμωγμένος ανάμεσα στα πολυπληθή γλαστράκια του με τα διάφορα κακτοειδή, κάτω από μία κληματαριά που την περιποιόταν σαν να ‘ταν κόρη του. Κι όταν δεν διάβαζε, καθόταν ακίνητος κι αγνάντευε τη θάλασσα και την αντικρινή στεριά, χωρίς να δίνει σημασία στη θορυβώδη καθημερινότητα του δρόμου, καπνίζοντας και πετώντας τις γόπες πάνω απ’ το κιγκλίδωμα του μπαλκονιού του, έτσι που ο χώρος μπρος από το σπίτι του ήταν σχεδόν πάντοτε γεμάτος αποτσίγαρα. Προς το σούρουπο έκανε την καθιερωμένη βόλτα του στον κεντρικό εμπορικό δρόμο της πόλης, όπως άλλωστε και οι άλλοι συμπολίτες του, και κατέληγε στην κεντρική πλατεία όπου καθόταν στο ίδιο σχεδόν πάντοτε ζαχαροπλαστείο, με την ίδιας -πάνω κάτω- σύνθεσης παρέα του.

Είτε μόνος είτε με παρέα κάπνιζε πολύ και του άρεσε να πίνει το απόγευμα το απαραίτητο ουισκάκι του.

Το βράδυ δειπνούσε συνήθως στο σπίτι του ελαφριά, εκτός κι αν είχε καμιάν έκτακτη πρόσκληση για τραπέζι ή είχε φιλοξενούμενους, όποτε δειπνούσε έξω. Ήταν εξαιρετικά λιτοδίαιτος και πρόσεχε πολύ τί έτρωγε. Έπεφτε αρκετά νωρίς στο κρεβάτι του και διάβαζε και πάλι για πολλήν ώρα ώσπου να τον πάρει ο ύπνος.

Η σχέση του με τη νύχτα άλλα και με το υπνοδωμάτιο του ήταν, νομίζω, σημαντική και μυστική. Γι’ αυτόν, η μεν νύχτα ήταν το τμήμα εκείνο του εικοσιτετράωρου, το δε δωμάτιό του ο χώρος που προσφέρονταν για σκέψη και ενδοστροφή. Αυτός είναι ο λόγος που αποσυρόταν νωρίς το βράδυ στο δωμάτιό του και δεν έβαζε σχεδόν ποτέ κανέναν σ’ αυτό, άλλα ήξερε να το απομονώνει πολύ καλά από το υπόλοιπο σπίτι.

Στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του και για χρόνια ολόκληρα δούλεψε το λάδι σε πεπιεσμένο χαρτόνι αρχικά και σε καμβά αργότερα. Όμως γύρω στο 1963 ανακάλυψε τα ακρυλικά χρώματα. τα οποία έχουν, συν τοις άλλοις, την ιδιότητα να στεγνώνουν γρηγορότερα από τα μέχρι τότε παραδοσιακά χρώματα, ιδιότητα υπολογίσιμη προ παντός για το συνήθως υγρό κλίμα του Ιονίου. Από τότε δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιεί αυτά τα υλικά στη ζωγραφική του, παρότι σε σπανιότατες περιπτώσεις επέστρεφε στο λάδι, σε συνδυασμό όμως πάντοτε με τα ακρυλικά. Τα τελευταία χρόνια δούλευε πoλύ και με τα «χαρτιά» του, όπως χαρακτήριζε τα έργα του σε χαρτί που απηχούσαν εντελώς το πνεύμα των μεγάλων πινάκων του, σε πoλύ μικρότερες όμως διαστάσεις· γι’ αυτό πουλιόντουσαν φθηνότερα κι επομένως ήταν πιο προσιτά σε χαμηλότερου εισοδήματος φιλότεχνους.

Η γέννηση των έργων του αποτελούσε πάντοτε οδυνηρή διαδικασία για τον Στάμο. Μέρες ολόκληρες, ακόμα και τρεις μήνες, περίμενε όλος αγωνία, χωρίς να πιάσει πινέλο, «μέχρι να του έρθει η καμπανιά κατακέφαλα», όπως έλεγε. Κι όποτε συνέβαινε αυτό, στρω- νόταν στη δουλειά και ήταν ικανός να κάνει τρία ή πέντε ή και δέκα έργα μονοκοπανιά. Κι έπειτα σταματούσε και πάλι ώσπου να του ξανάρθει, να τον ξαναεπισκεφτεί η έμπνευση.

Όταν έπιανε να ζωγραφίσει, θαρρείς και εισχωρούσε σε κάποια περιοχή μυστηρίου· έδινε την εντύπωση ότι συμμετείχε σε μιαν ιεροτελεστία, ότι βρισκόταν υπό «επήρειαν», έτσι που δινόταν ολόψυχα στη δημιουργία, δουλεύοντας με πάθος, ένταση και ταχύτητα. Εξάλλου, ο ίδιος δεν αισθανόταν να επαναλαμβάνεται, γιατί την ώρα εκείνη ταυτιζόταν πλήρως με το έργο του, δεν παρέμενε ποτέ έξω απ’ αυτό.

Συνήθως άρχιζε έναν πίνακά του απλώνοντας σε ολόκληρη την επιφάνεια του μουσαμά ένα μόνο χρώμα. Έπειτα έκανε διάφορα σχέδια πάνω στη μονόχρωμη επιφάνεια και μετά έβαζε σιγά σιγά πάνω σε αυτό το μονόχρωμο υπόστρωμα τα χρώματα που του χρειάζονταν για τη σύνθεσή του, τα οποία δίνουν με αυτόν τον τρόπο την εντύπωση πως βγαίνουν από ένα βάθος. Έτσι εξηγείται το ότι έχει κανείς τελικά την αίσθηση πως οι πίνακές του σε καλούν να πας πίσω ή μάλλον πέρα απ’ αυτό που βλέπεις, σε μια πραγματικότητα αισθητικά συγκαλυμμένη από το κύριο θέμα του έργου.

Καθώς δούλευε, το έργο έπαιρνε προοδευτικά μορφή, αποκτούσε τη δική του υπόσταση και αυτό το ίδιο τον οδηγούσε εκεί που ήθελε. Ήταν ένα σκληρό κονταροχτύπημα ανάμεσα στον δημιουργό και το δημιούργημά του. Ο Στάμος είχε μάθει να ζωγραφίζει όρθιος, όχι καθιστός είχε μάθει να αντιμετωπίζει το έργο του λεβέντικα, σαν ίσος προς ίσον επέπιπτε εναντίον του με την ορμή του καταχτητή που πασχίζει να καθυποτάξει τα εκφραστικά του μέσα. Εδώ δεν τον χώραγε το εργαστήρι του, πού να τον χωρέσει μια καρέκλα. Γι’ αυτό και μετά το 1987, αφότου μία θρόμβωση και στα δυο του πόδια τον εμπόδιζε να στέκεται όρθιος όπως παλαιότερα, δεν ζωγράφιζε πια τόσο πολύ όπως άλλοτε, αφού «δεν τον βαστούσαν πια τα πόδια του» καθώς έλεγε.

Δούλευε πυρετικά και με το ένστικτο· ήταν καλλιτέχνης του ενστίκτου αν και διανοούμενος, άνθρωπος βαθιάς και ευρείας καλλιέργειας. Δεν ήθελε να υπάρχουν παρόντες όταν ζωγράφιζε· σε ελάχιστους ανθρώπους επέτρεπε, έτσι κι αλλιώς, να επισκεφθούν το εργαστήρι του. Πάνω στη δουλειά και γενικότερα στη ζωή του δεν ενδιαφερόταν για το καλό γούστο, αυτός που καιγόταν για το κάλλος. Όταν λόγου χάριν ήθελε να βγάλει ένα πολύ συγκεκριμένο μαύρο, ένα ορισμένης ποιότητας χρώμα, βασανιζόταν πολύ μέχρι να το πετύχει· κι όταν το πετύχαινε, αυτό του αρκούσε, ακόμα κι αν το χρώμα αυτό ξέφευγε από τα όρια μιας παραδεδεγμένης, καθεστηκυίας αισθητικής. Γιατί δεν ωραιοποιούσε τα πράγματα, μολονότι είχε εκπληκτική ικανότητα απόδοσης των χρωμάτων, σε βαθμό που οι πίνακές του σε μάγευαν από χρωματική και μόνο άποψη. Εκεί φαινόταν το πόσο μεγάλος δημιουργός ήταν.

Ζωγράφιζε πάντοτε με το φως της ημέρας, ποτέ με το ηλεκτρικό φως, αν και μέσα στο εργαστήρι του πάντοτε, αφού δεν του χρειαζόταν να βλέπει άλλα του αρκούσε να θεάται. Λάτρευε το ελληνικό φως, μολονότι δεν το άφηνε να μπαίνει στο σπίτι του. Έβγαινε αυτός έξω όποτε ήθελε να το συναντήσει «Όλη μου τη ζωή το φυσικό φως δούλεψα» μου είχε πει κάποτε. Το βράδυ απλώς κατέβαινε στο εργαστήρι του και άναβε όλα τα ηλεκτρικά φώτα και τους προβολείς για να δει αυτό που είχε φτιάξει με διαφορετικό φωτισμό και να διαπιστώσει πώς φάνταζε αυτό με το τεχνητό φως, αφού με τέτοιο φως θα το έβλεπαν τελικά οι φιλότεχνοι στα διάφορα μουσεία και τις αίθουσες τέχνης ή συλλογές, και όχι με το ελληνικό φως, μέσα στο οποίο ζωγραφίστηκαν οι πίνακές του. Ήταν άνθρωπος του φωτός, και το σκοτάδι του ήταν αδιανόητο. Φοβόταν το θάνατο, επειδή φοβόταν το σκοτάδι, κι ας έδινε διαφορετική εντύπωση. Παντού αποζητούσε το φως. Γι’ αυτό άλλωστε ξυπνούσε πάντοτε τόσο νωρίς, αφού δεν χόρταινε να παρίσταται κάθε φορά στο θαύμα της ανατολής μιας καινούριας μέρας. Κάποτε, για να δείξει σε μια φίλη μου τί είναι το λευκό φως που βίωνε, πέρασε ανάλαφρα την ανάστροφη της παλάμης του σε όλο το μήκος, ως πάνω, του χεριού της.

Κι όμως μέσα στο σπίτι του του άρεσε να ζει στα σκοτεινά -ακόμα μία από τις πολλές αντιφάσεις του. Ζούσε με κλειστά παραθυρόφυλλα σ’ ένα γκρίζο και μαύρο βαμμένο εξωτερικά σπίτι όπου κυριαρχούσε το ημίφως το πρωί και το απαλό φως των κεριών το βράδυ. Μόνο έξω του άρεσε το φυσικό φως.

Όταν δημιουργούσε, είχε πάντοτε ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα στο μυαλό του, που το δούλευε μέρες ολόκληρες μέσα του· γι’ αυτόν το λόγο δεν ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός. Σαν άρχιζε όμως να το υλοποιεί ζωγραφικά, ο πίνακας έβγαινε σε μερικές ώρες ή το πολύ σε τρεις μέρες. Έτρεμε ώσπου να ξεκινήσει ένα νέο πίνακα, άλλα κι όταν ζωγράφιζε έτρεμε, κατά τα λεγόμενά του, αν και λιγότερο πια. Η δημιουργία αποτελούσε γι’ αυτόν ένα οδυνηρό γίγνεσθαι, που του προξενούσε πάντοτε μεγάλη αγωνία, αναστάτωση, αφού τον έθετε, σε κάθε νέο ξεκίνημα, αντιμέτωπο με το τρομακτικό κενό -horror vacui- του άδειου τελάρου, που έπρεπε να το δαμάσει, να το υποτάξει στο όραμα που τον διακατείχε. Ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει ως σταύρωση την όλη διαδικασία, άλλα και ως ανάσταση την κατάσταση που βίωνε όταν το έργο είχε ολοκληρωθεί.

Ήταν μια δύσκολη κύηση κι ένας ακόμα πιο επώδυνος δημιουργικός τοκετός, μια πρόκληση της φαντασίας του, στην οποία έπρεπε να ανταποκριθεί επιτυχώς· ήταν γι’ αυτόν κάθε φορά ή μεγάλη του στιγμή της αλήθειας, χωρίς καμία δυνατότητα υπεκφυγής, μέχρι να θέσει την πρώτη πινελιά. Ύστερα τα πράγματα έπαιρναν σαν από μόνα τους πια το δρόμο τους, όχι όμως χωρίς τη βασανιστική αβεβαιότητα του άγνωστου ακόμα αποτελέσματος. Έτσι, του συνέβαινε καμιά φορά κατά τη δημιουργική διαδικασία να βαράει το κεφάλι του στον τοίχο, άμα αμφέβαλλε είτε δεν αισθανόταν ότι θα μπορούσε, κατά τη γνώμη του, να σταθεί αντάξιος της δημιουργικής πνοής που τον συνέπαιρνε και απασχολούσε ολόκληρο το είναι του καταπιεστικά.

Δούλευε ακούραστα, μέχρι που χτύπαγε, όπως έλεγε, μια καμπάνα μες στο κεφάλι του· και τότε καταλάβαινε πως το έργο ήταν τελειωμένη πια υπόθεση γι’ αυτόν, και μπορούσε στο εξής να το παρατηρεί και να το κρίνει εντελώς αποστασιοποιημένος απ’ αυτό, ακριβώς σπω ς όταν έκρινε τα έργα των άλλων καλλιτεχνών, είτε αυτά του άρεσαν είτε όχι. Και φυσικά δεν επανερχόταν ποτέ πια σ’ αυτό. Τα έργα του ωστόσο πάντοτε τον εκφράζανε, και πάντοτε αναγνωριζόταν σ’ αυτά, μολονότι αυτό που έβγαινε ως τελικό αποτέλεσμα ήταν βέβαια κατώτερο από την έμπνευσή του, όπως συμβαίνει με όλους τους αληθινούς καλλιτέχνες· και τον εκφράζανε γιατί όλα τα ζωγράφιζε, όπως έλεγε, με τα χέρια του, με τα μάτια του και με την καρδιά του.

Ένιωθε βαθύ σεβασμό προς κάθε εκδήλωση, κάθε μορφή ζωής, και αγαπούσε ιδιαίτε- ρα τις γάτες άλλα και τα σκυλιά, σε μια σχέση όμως ισοτιμίας και όχι αλληλεξάρτησης. Συγκινητική υπήρξε η σχέση του στη Λευκάδα με τη σκύλα του, την Καριόλα, που την περιμάζεψε, ελεεινή κι αξιοθρήνητη, από το δρόμο· κι αυτή του το ανταπέδωσε, ακολουθώντας τον σαν τον ίσκιο του και περιμένοντάς τον με λαχτάρα να γυρίσει, όποτε εκείνος έφευγε από το νησί.

Πιο πολύ ωστόσο ο Στάμος ασχολιόταν με τα φυτά· προτιμούσε τα αγκαθωτά, «δύστροπα» φυτά, τα σαρκώδη, συμπαγή φυτά με τη μορφή πετρωμάτων, από τα πιο φανταχτερά κι εντυπωσιακά. Στο εξοχικό του, στον Αι-Γιάννη της Λευκάδας, περνούσε ώρες πληρότητας με το να φτιάχνει κηπάκια, ή να δημιουργεί συνθέσεις θα ήταν σωστότερο να πω, με άμμο, πέτρες και κακτοειδή, όπως οί Γιαπωνέζοι διδάσκαλοι του Ζεν, δίνοντας έτσι νέα μορφή στο περιβάλλον, αναπλάθοντάς το κατά το δοκούν. Ο ίδιος είπε κάποτε ότι θα ήθελε να είχε γίνει κηπουρός, αν δεν είχε γίνει ζωγράφος. Η κηπουρική τον ξεκούραζε, του ανάπαυε την ψυχή, ενώ του επέτρεπε να εκφράζει την καλλιτεχνικότητα της φύσης του. Συχνά μάζευε από το δρόμο τα πεταμένα λουλούδια και τα ξεριζωμένα φυτά και τα ζωγράφιζε ή τα φύτευε για να τα ξαναζωντανέψει· κι εκείνα, για να τον ευχαριστήσουν θαρρείς, έπιαναν σχεδόν πάντοτε, προς μεγάλη ικανοποίηση του.

Το βιβλίο ήταν η καλύτερη συντροφιά του. Διάβαζε, σχεδόν αποκλειστικά, βιβλία στα αγγλικά, γιατί δεν είχε εξοικειωθεί με την ανάγνωση βιβλίων στα ελληνικά, που ως εκ τούτου τον κούραζαν. Άλλες γλώσσες δεν γνώριζε. Διάβαζε πάρα πολύ, μετά μανίας θα μπορούσαμε να πούμε, ώρες ολόκληρες. Κατ’ ουσίαν, όταν δεν ζωγράφιζε, διάβαζε. Καταβρόχθιζε τα βιβλία, τους κλασικούς άλλα και τα μπεστ σέλερ της Αμερικής, με ρυθμό δυο τριών ογκωδών βιβλίων τη βδoμάδα, κι έπειτα περίμενε με ανυπομονησία να του στείλουν άλλα για διάβασμα από τη Νέα Υόρκη, αφού δεν μπορούσε φυσικά να βρει στη Λευκάδα αυτά της αρεσκείας του. Τελευταία όμως τον ενδιέφεραν κυρίως οι αυτοβιογραφίες ή οι βιογραφίες προσωπικοτήτων του πολιτικού και καλλιτεχνικού κόσμου.

Του άρεσε επίσης πολύ ο κινηματογράφος, το καλό θέατρο και το ποτό. Βέβαια, το καλό θέατρο το εστερείτο το καλοκαίρι στη Λευκάδα, άλλα και το χειμώνα στη Νέα Υόρκη, επειδή φοβόταν πια να κυκλοφορεί έξω αργά το βράδυ, μετά το τέλος των θεατρικών παραστάσεων. Το ίδιο όμως του συνέβαινε και με τον κινηματογράφο, αν και στη Λευκάδα είχε κάπως τη δυνατότητα των θερινών προβολών. Πάντως, τις περισσότερες ταινίες τις έβλεπε σε βίντεο, κι αυτό γινόταν για εκτόνωση και ξεκούρασή του. Τελικά, ήταν πάντοτε πλήρως ενήμερος για ότι αφορούσε το χώρο της έβδομης τέχνης. Για την τηλεόραση θεωρούσε ότι σου διευρύνει τους ορίζοντες και σου ανεβάζει την πολιτιστική σου στάθμη, εφόσον βέβαια επιλέγεις προσεχτικά τα προγράμματα και δεν βλέπεις παθητικά ότι σου σερβίρει.

H παιδεία του ήταν πλατιά κι είχε τρομερή καλλιέργεια, όσο κι αν δεν του φαινόταν εκ πρώτης όψεως, αφού τον αδικούσε το ακατέργαστο παρουσιαστικό του. Πίστευε πως είναι αδιανόητο ένας καλός καλλιτέχνης να αγνοεί κάθε σημαντική έκφραση της τέχνης ανά τους αιώνες και θύμωνε όταν τολμούσαν να εκφέρουν ενώπιόν του αρνητική άποψη για κλασικά έργα. Όταν δίδασκε επί 22 χρόνια τη ζωγραφική, αρχικά στην Ένωση Σπουδαστών της Τέχνης κι αργότερα στα Πανεπιστήμια Κολούμπια και Μπράντεϊς, προτιμούσε να μιλάει στους μαθητές του για τη Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπερ ή για τις ταινίες του Τσάρλυ Τσάπλιν παρά για την ίδια τη ζωγραφική. Συνεχώς τους προέτρεπε να διαβάζουν την κλασική λογοτεχνία, να βλέπουν τις σπουδαίες κινηματογραφικές ταινίες, ν’ ακούνε καλή μουσική και να καλλιεργούν με κάθε ευκαιρία το καλλιτεχνικό τους αισθητήριο.

Άκουγε με ευχαρίστηση μουσική. Του άρεσε γενικά ή κλασική μουσική, με προτίμηση τον Μότσαρτ και ιδιαίτερα τον Σούμπερτ, όμως τον ενδιέφερε περισσότερο η σύγχρονη έντεχνη, όπως του Τζον Κέιτζ (John Cage), του Τσαρλς Άιβς (Charles Ives) και του Γιάννη Ξενάκη. Του άρεσαν επίσης εξαιρετικά τα ηπειρώτικα τραγούδια, καθώς και τα αυθεντικά, γνήσια λαϊκά, τα ρεμπέτικα. Αγαπούσε όμως και τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη, του Γιάννη Μαρκόπουλου. Η φωνή του Νίκου Ξυλούρη τον ενθουσίαζε. Όταν μάλιστα πληροφορήθηκε πως ο Ξυλούρης βρισκόταν στα τελευταία του, τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο, όπου εκείνος νοσηλευόταν, μολονότι δεν τον γνώριζε προσωπικά. Έτσι γεννήθηκε η σειρά των έργων του Ριζίτικα.

Προσθέστε το σχόλιό σας

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν θα δημοσιευτεί. Τα πεδία με αστερίσκο είναι υποχρεωτικά *