Οι Φιλαρμονικές της Κέρκυρας: Το δικό μας el sistema κατοικεί εδώ και 200 χρόνια στην Κέρκυρα

Από τον Ξανθουδάκη Χάρη

Οι Φιλαρμονικές της Κέρκυρας

Περισσότερο ίσως κι από τον θόρυβο των κανατιών που πέφτουν από τα παράθυρα στη Μικρή Ανάσταση ή τον κρότο των βεγγαλικών που χρωματίζουν τον νυχτερινό ουρανό στη Μεγάλη Ανάσταση, ο πασχαλινός επισκέπτης της Κέρκυρας θα κρατήσει στη μνήμη του τον ήχο των πνευστών οργάνων, που γεμίζει τις πλατείες και τα καντούνια του νησιού ολόκληρη σχεδόν τη Μεγάλη Εβδομάδα, και τα εμβληματικά χρώματα από τις στολές των νέων που συνοδεύουν τους επιτάφιους τη Μεγάλη Παρασκευή, θυμίζοντας, και σ’ αυτήν την περίσταση, τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζουν σ’ όλες τις εκφάνσεις του συλλογικού βίου των Κερκυραίων οι «μπάντες» – οι «φιλαρμονικές», όπως τις θέλει μια μετωνυμία που γεννήθηκε, μαζί με τα δηλούμενα μουσικά σχήματα, εδώ και διακόσια περίπου χρόνια. Το δικό μας el sistema κατοικεί εδώ και δυο αιώνες στην Κέρκυρα παρέχοντας δωρεάν μουσική εκπαίδευση και λειτουργώντας ως φυτώριο που τροφοδοτεί με άξιους μουσικούς τη χώρα και ανατροφοδοτεί μια παράδοση και μια κοινωνική συνθήκη. Οι Κερκυραίοι που συμμετέχουν στις Φιλαρμονικές δεν είναι όλοι επαγγελματίες μουσικοί, έχουν όμως τη μουσική στο αίμα τους, γίνονται οι ίδιοι δάσκαλοι των παιδιών που μπαίνουν στις μπάντες, πολλοί απ’ αυτούς διαπρέπουν ως σολίστ, μαέστροι και δάσκαλοι στη μουσική σκηνή της χώρας. Κι αν ακόμα δεν διαθέτουμε έναν Ντουνταμέλ, διαθέτουμε κάτι πολύ πιο σημαντικό. Ένα νησί 105.000 κατοίκων που μετρά πάνω από 20 φιλαρμονικές-οργανισμούς δωρεάν μουσικής εκπαίδευσης, πλήθος άλλων μουσικών σωματείων και ένα πλήρες Μουσικό Πανεπιστήμιο. Μια αφετηρία δηλαδή ικανή να εκκινήσει αντίστοιχες προσπάθειες σε όλη τη χώρα.

Η «Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας», ο αρχαιότερος μουσικός και μουσικοεκπαιδευτικός θεσμός του ελλαδικού χώρου, ιδρύθηκε το 1840, από μια ομάδα διανοουμένων και διακεκριμένων μελών της κερκυραϊκής κοινωνίας. Ξεπερνώντας την αφορμή που τη γέννησε -την απαγόρευση των μουσικών σωμάτων της αγγλικής φρουράς να συμμετέχουν σε ορθόδοξες θρησκευτικές τελετές- η Εταιρεία μπόρεσε να ενσαρκώσει, από το ξεκίνημά της κιόλας, το όνειρο του Νικόλαου Χαλικιόπουλου Μάντζαρου (ισόβιου επίτιμου προέδρου και καλλιτεχνικού διευθυντή του σωματείου): τη λειτουργία στην Κέρκυρα ενός θεσμού ικανού να εμψυχώσει τη δημιουργία ενός μουσικού ύφους που να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει το αναγεννημένο ελληνικό έθνος, να μυήσει τα μέλη όλων των κοινωνικών στρωμάτων στις αρετές και τις χαρές της «υψηλής» μουσικής τέχνης, σχηματίζοντας έτσι ένα ευρύτατο και ευρύτατα καλλιεργημένο ελληνικό μουσικό κοινό, και να εκπαιδεύσει επαγγελματίες εκτελεστές όλων των κατηγοριών, κατάλληλους να αναπαράγουν και να διαδίδουν, ατομικά και ομαδικά, μια τέτοια μουσική. Οι εθνικές αυτές στοχεύσεις επισφραγίστηκαν συμβολικά με την απόφαση του Συμβουλίου (1-6-1841) να καθιερωθεί η αποκλειστική χρήση της ελληνικής γλώσσας και να καταργηθεί η ιταλική, η οποία χρησιμοποιούνταν έως τότε στις συνελεύσεις, στην καταγραφή πρακτικών, εγκυκλίων και επιστολών και στις κάθε είδους έντυπες δημοσιεύσεις.

Λίγο αργότερα -έναν μόλις χρόνο μετά την ίδρυσή της- η εταιρεία είχε ήδη εκπαιδεύσει σαράντα περίπου εκτελεστές πνευστών και κρουστών οργάνων, οι οποίοι συμμετείχαν, συγκροτημένοι σε ένστολο σώμα, στην εορτή του Αγίου Σπυρίδωνα, το 1841. Πολύ σύντομα, και παράλληλα με τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση στα πνευστά και στα κρουστά όργανα, η «Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας» άρχισε να παρέχει πλήρη κατάρτιση στο πιάνο, στα έγχορδα όργανα, στη φωνητική μουσική, στην εκκλησιαστική μουσική και στα ανώτερα θεωρητικά, συμπεριλαμβανομένης και της σύνθεσης. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι με τη διδασκαλία και την ευρύτερη μουσική δράση της Εταιρείας συνδέθηκαν μερικοί από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, πριν από τον Σαμάρα: ο ίδιος ο Μάντζαρος και οι μαθητές του Αντώνιος Λιμπεράλης, Ιωσήφ Λιμπεράλης (συνθέτης, μεταξύ άλλων, και πιανιστικών έργων που χρησιμοποιούν ελληνικές δημοτικές μελωδίες, κατά το πρότυπο των Ουγγρικών Ραψωδιών του Λιστ), Σπυρίδων Ξύνδας (συνθέτης της πρώτης ελληνόφωνης -και, πιθανότατα, της πρώτης στην Ευρώπη «κοινωνιστικής»- όπερας), Διονύσιος Ροδοθετάτος (ο εισηγητής στην Ελλάδα του αμιγώς συμφωνικού είδους και ιδιαίτερα του «συμφωνικού ποιήματος», με χρήση μάλιστα της βαγκνερικής τεχνικής του «λάιτμοτιφ») και Δομένικος Παδοβάνης.

Τα μαθήματα προσφέρονταν δωρεάν και απευθύνονταν κυρίως σε μέλη των μεσαίων και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, μεταξύ των οποίων και παιδιά ορφανά ή έκθετα. Η ορχήστρα πνευστών («μπάντα») δεν ήταν το μόνο μουσικό σώμα που συγκροτήθηκε στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της «Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας». Η φοίτηση, στις σχολές των εγχόρδων, μερικών από τους μαθητές που ενδιαφέρονταν ειδικά για τα όργανα αυτά, επέτρεψε στην Εταιρεία να διοργανώσει -ιδιαίτερα κατά τα πρώτα πενήντα χρόνια της λειτουργίας της- μερικές συμφωνικές συναυλίες, συγκροτώντας, για κάθε τέτοια περίσταση, ένα πλήρες σώμα συμφωνικής ορχήστρας, η οποία παρέμεινε, ως μόνιμη θεωρητική δυνατότητα, στις προθέσεις και στο οργανόγραμμα του σωματείου, έως την επίσημη απενεργοποίησή της το 1979, για να επανιδρυθεί, σε πιο στέρεη και μόνιμη βάση, εντελώς πρόσφατα.

Οι λόγοι της επικράτησης των πνευστών οργάνων -σε βαθμό μάλιστα που η λέξη «φιλαρμονική» να ταυτιστεί με τη λέξη «μπάντα»- ήταν κυρίως τρεις και σχετίζονταν με την κοινωνική εμβέλεια των μουσικών δραστηριοτήτων της Εταιρείας. Κατά πρώτον, η ασυγκρίτως μεγαλύτερη ευκολία στην ικανοποιητική εκμάθηση ενός πνευστού (και, κατά μείζονα λόγο, κρουστού) οργάνου, επέτρεπε σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό ερασιτεχνών, που διέθεταν πολύ λιγότερο χρόνο για την ημερήσια ή τη συνολική μελέτη ενός μουσικού οργάνου, να ασκήσουν τη μουσική τέχνη στο πλαίσιο μιας ορχήστρας πνευστών, αντί να εμπλακούν στην επίμοχθη και πολύχρονη διαδικασία της άσκησης στο πιάνο ή σε κάποιο από τα συμφωνικά έγχορδα. Δεύτερον, οι ευκαιρίες για τη δημόσια εμφάνιση μιας «μπάντας» ήταν θεσμικά και πρακτικά πολύ περισσότερες – εθνικές και θρησκευτικές επέτειοι, τελετές υποδοχής ή αποχαιρετισμού επισήμων, συναυλίες σε ανοιχτούς χώρους (δηλαδή χωρίς τις πρακτικές και οικονομικές απαιτήσεις της λειτουργίας ειδικών συναυλιακών αιθουσών), αλλά και εγκαίνια, λαϊκά πανηγύρια και κηδείες. Τρίτον, η εξυπηρέτηση ενός από τους βασικότερους ιδρυτικούς σκοπούς της Εταιρείας: η καλλιέργεια της αγάπης για την κλασική μουσική, μέσω της συχνής ακρόασης των γνωστότερων και δημοφιλέστερων έργων του ρεπερτορίου, ειδικά διασκευασμένων για ορχήστρα πνευστών, που συγκροτούσαν και συγκροτούν το μεγαλύτερο μέρος των προγραμμάτων της μπάντας, συχνά με τη σύμπραξη μονωδών, χορωδίας ή και βιρτουόζων ενός σολιστικού οργάνου, για την εκτέλεση οπερατικών αποσπασμάτων, μεγάλων θρησκευτικών έργων ή δημοφιλών κοντσέρτων.

Η σχεδόν πλήρης ταύτιση της «Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας» με την «μπάντα» της επέτρεψε -αν δεν επέβαλε κιόλας- τη δημιουργία παράλληλων μουσικών θεσμών, εφήμερων ή μονιμότερων, που είχαν σκοπό να καλύψουν ορισμένες συλλογικές μουσικές ανάγκες, οι οποίες είτε δεν περιλαμβάνονταν στους αρχικούς στόχους του ιστορικού σωματείου, είτε παραμελήθηκαν κατά τη μακρά διαδικασία προς την επικράτηση της ορχήστρας πνευστών, ως σχήματος που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον και την οργανωτική δράση της διοίκησης. Έτσι, εκτός από τα χορωδιακά σχήματα, μεταξύ των οποίων η (ανδρική) Χορωδία, Κερκύρας και η (μικτή) Δημοτική Χορωδία που αναπτύσσουν σήμερα πλήρη και γόνιμη καλλιτεχνική δράση, και τις μικρές μαντολινάτες, μπορεί να αναφέρει κανείς δύο θεσμούς, εκτιμώντας -ίσως αδικώντας άλλους- τη σημαντική τους προσφορά: τη «Μουσική Σχολή Ρομποτή», που λειτούργησε ως πλήρες μουσικό εκπαιδευτήριο και ως πλαίσιο δημιουργίας μιας πλήρους συμφωνικής ορχήστρας και μικτής χορωδίας από το 1927 έως το 1932, και τον «Ωδικό Σύλλογο Κερκύρας», που ιδρύθηκε το 1894 και λειτουργεί υπό την επωνυμία «Ωδείον Κερκύρας» από το 1899 έως σήμερα.

Η ίδια ωστόσο σταδιακή εξειδίκευση της «Φιλαρμονικής Εταιρείας» κατέστησε την ορχήστρα πνευστών τόσο δημοφιλή, και τόσο αναγκαία για τη μουσική ζωή της Κέρκυρας, ώστε να οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό των παρόμοιων σωματείων και την επέκτασή τους έξω από την πρωτεύουσα του νησιού.

Προς ψυχαγωγίαν της εργατικής τάξεως

Το 1890, στον μακρινό απόηχο της Κομμούνας του Παρισιού και των φιλεργατικών μέτρων που ακολούθησαν την καταστολή της, η πόλη της Κέρκυρας έζησε την ίδρυση της «Φιλαρμονικής Εταιρείας »Μάντζαρος»» – της «Νέας», απέναντι στην «Παλιά Φιλαρμονική». Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού του, σκοπός του νεοσύστατου σωματείου ήταν «η διατήρησις Μουσικού Θιάσου προς ψυχαγωγίαν [δηλαδή, όχι απλώς ‘αναψυχή’, αλλά ‘αγωγή ψυχής’] της εργατικής τάξεως». Έτσι, παρά την ίδρυση τάξεων πιάνου, τραγουδιού και ορχηστρικών εγχόρδων, καθώς και την περιστασιακή συντήρηση πλήρους μικρής ορχήστρας και μικτής χορωδίας, το οργανωτικό ενδιαφέρον τής «Μάντζαρος» επικεντρώθηκε στην εκπαίδευση των νέων στα πνευστά και κρουστά όργανα και στη λειτουργία πολυμελούς «μπάντας» – της «μπλε», από τη χαρακτηριστική μονοχρωμία των στολών, σε αντιπαράθεση προς την «κόκκινη» της «Παλιάς Φιλαρμονικής», που είχε επιλέξει για τις στολές των μουσικών τα χρώματα του παλιού εμβλήματος των Ιονίων: βαθύ κόκκινο, σκούρο μπλε και λευκό. Σημειωτέον ότι η υποδοχή κοριτσιών στο μουσικό σώμα της «Φιλαρμονικής Εταιρείας ‘Μάντζαρος’» λέγεται ότι υπήξε μια από τις πρωτοβουλίες του σωματείου.

Η γέννηση μιας νέας φιλαρμονικής εταιρείας και η συγκρότηση ενός δεύτερου φιλαρμονικού σώματος λειτούργησε ως παράδειγμα για την επέκταση του προτύπου «εκτός των τειχών», με την ίδρυση της «Φιλαρμονικής Εταιρείας Γαστουρίου» το 1898 (και τη συγκρότηση «μπάντας» το 1909), του «Φιλαρμονικού Συνδέσμου Σκριπερού» το 1909 και της «Φιλαρμονικής Αδελφότητος Λευκιμμαίων» το 1910. Ακολούθησε η ίδρυση σωρείας ανάλογων συλλόγων σ’ ολόκληρο το νησί και η συγκρότηση ολιγομελέστερων μουσικών σωματείων πνευστών, των οποίων τα εμβληματικά χρώματα συγκροτούν και σήμερα τη χαρακτηριστική πολυχρωμία που αποκτά η πόλη της Κέρκυρας στις σημαντικές θρησκευτικές και εθνικές επετείους, με τις πολυάριθμες ομάδες νεαρών μουσικών να κατακλύζουν τους δημόσιους χώρους και να σχηματίζουν τον πολιτιστικό χάρτη μιας εδραιωμένης παράδοσης βιωματικής και διαταξικής συλλογικής μουσικής έκφρασης. Σχολεία, με τη βαθύτερη έννοια, συλλειτουργίας, αλληλοσεβασμού και ανάπτυξης της προσωπικότητας, μέσα από τη συγκροτημένη καλλιτεχνική έκφραση, οι κερκυραϊκές «μπάντες» αποτελούν ανεξάντλητα φυτώρια νεαρών ταλαντούχων μουσικών που στελεχώνουν επάξια τις καλύτερες ορχήστρες της ελληνικής επικράτειας και συχνά διαπρέπουν ως σολίστ, εντός και εκτός συνόρων.

Η ίδρυση της τρίτης, και νεαρότερης, «Φιλαρμονικής Εταιρείας ‘Καποδίστριας’» στην Κέρκυρα, το 1980, σηματοδότησε μια νέα εποχή για το σύνολο των ομόλογων Εταιρειών της Νήσου των Φαιάκων, που αποτελεί το τελευταίο φιλόξενο καταφύγιο του Μουσηγέτη αρχαίου θεού. Η ιδιωτική χρηματοδότηση, που επέτρεψε τη ραγδαία βελτίωση των υποδομών των τριών Φιλαρμονικών της πόλης, καθώς και την ίδρυση του -πρώτου στην Ελλάδα, και σημαντικότατου- «Μουσείου Μουσικής», από τη «Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας», αλλά και η επανασύσταση της Συμφωνικής Ορχήστρας του ιστορικού αυτού σωματείου (βοηθούσης και της λειτουργίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου), μας επιτρέπουν να ελπίζουμε ότι η μαζική στελέχωση των μουσικών σωμάτων της Κέρκυρας με νέους, προς αμοιβαίο όφελος της τέχνης και της νεολαίας (πείραμα που μόλις σήμερα άρχισε να δοκιμάζεται στη Λατινική Αμερική), θα συνεχίσει να λειτουργεί σε πείσμα των καιρών – της εποχής των λαϊκισμών, των Μνημονίων και της κρατικής ακηδίας.

* Ο Χάρης Ξανθουδάκης είναι κοσμήτορας της Σχολής Μουσικής και Οπτικοακουστικών Τεχνών του Ιονίου Πανεπιστημίου

Σημείωση: Ευχαριστούμε τον Κώστα Καρδάμη, λέκτορα του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και επιμελητή του Μουσείου Μουσικής της «Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας», για την παραχώρηση των εικόνων που συμπληρώνουν το παρόν δημοσίευμα. Οι ενδιαφερόμενοι να πληροφορηθούν περισσότερα για τις κερκυραϊκές Φιλαρμονικές και την ιστορία τους μπορούν να ανατρέξουν στο βιβλίο Έξι Μελέτες για τη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας, Κέρκυρα, Φ.Ε.Κ., 2010, καθώς και στη κλασική μελέτη του Σπύρου Μοντσενίγου, Νεοελληνική Μουσική. Συμβολή εις την Ιστορίαν της, Αθήνα, χ.ό.ε., 1958 (ιδιαίτερα τις σ. 142-165 και 349-450).

Πηγή